Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

αφιλόδυνες δυστομίσεις

Άστατη σιωπή δίχως μια λέξη να μου πεις όλο το βράδυ
άπνευστη φωνή, άνυδρες πλεύσεις ως το πρωί μέσα στις σκέψεις
και πλημμυρίζει σκόνη το κελί την χαραυγή να σμικρυνθεί η όψη απ΄το σκοτάδι

γυρίζω σελίδες όσο η βοή μου κάνει κράτει, μα δεν διαβάζω άλλα βιβλία
τα μάτια μου κουνώ κ΄ίδια παράσταση λαμβάνω στο σκοτάδι
Όσες στιγμές κι αν καταθέσω όσες ημέρες
το πέπλο είναι πυκνό και το βάρος του ασυνήθιστα μικρό, που προκαλεί μην αμελήσω

Σ΄ένα δωμάτιο με έσπρωξε ένα φίλος να μετρήσω τον σταυρό μου... και μου 'ρθε βαρύ πανάθεμά το, έγραψα "μεγάλος" πάνω του και παρέσειρα την πόρτα
είμαι γεμάτος
ούτε κιχ μην ακουστεί ως το πρωί, με τα θηρία θα παλεύω στα όνειρά μου
που θριαμβεύω

Πικρή η αλήθεια ή η αυταπάτη;

σου δίνω τριαντάφυλλο να ψάξεις για τ΄αγκάθι, κι εσύ το ξεφυλλίζεις
εκεί στο κέντρο παραφυλά η αυταπάτη, όταν φοβάσαι ν΄απλώσεις το χέρι στην ψυχή σου μη καρφωθείς στα λάθη που μορφώθηκε
Έγειρε ο νιος προσφέροντας λουλούδι στην καλή του, κι αποτυπώθηκε σε πίνακες κεντήματα κι εκφράσεις. Προσέφερε μιαν ελπίδα μονάκριβη κι εμβρυική να βασιλέψει στην ψυχή, να ανδρωθεί, κι έμεινε η σκηνή στον τοίχο, άλλοτε να μακαρίζει την στιγμή κι άλλοτε να παρασκευάζει την γιορτή τους.

όταν λυθεί η σιωπή και δεχτεί
σαν ακατέργαστο διαμάντι την καρδιά της υπομονής σου
θα είναι γιορτή

η Σούμα διάφορη του 4

 Το υπόδειγμα σε βρέχει με τις στάλες του της έμπνευσης, και εκρέει απ΄τα δάκτυλά σου. σε ξαφνιάζει με εκρήξεις παραγωγικότητας ουσιαστικής, κι άναυδος παθιάζεσαι να τις εικονίσεις στην πράξη. "γέννημα θεωρίας" λέν' η πράξη... και "παραέξη" μου ακούστηκε μόλις...

Σε εμπνέει το πρότυπο που καρφιτσώνεται στον πίνακα που στεριώνεις στο μυαλό σου, κάθε φορά που ανατρέχεις για επαληθεύσεις και διορθώσεις, ευχαρίστηση και προστασία. Σου μιλά πιο πολύ καθώς ο κόσμος λαμπυρίζει, ολόκληρος ή κάποιο μέρος του που διατηρείς στα υπόψιν, και μοιάζει σε γάιδαρο που σου μιλά ελληνικά, και ο ουρανός όπως γεμίζει λουλούδια στο άκουσμα ότι η Γη είναι αστέρι, και τα παπούτσια σου αστερόσκονη μεμιάς. Η στιγμή σου παραδίδεται στον χρόνο, και απλώνεται στις προεκτάσεις παρέχοντας συνέχεια, ένα νόημα στο νήμα που κρεμιέσαι, ένα σκαμνί που γεμίζει το κενό κάτω απ΄τα πόδια, ένα γιατί, να μη φοβάσαι όποιον ακολουθήσει τα ίχνη σου στη ζωή
Γι΄αυτό το λαμπερό "μέρος" ξεκίνησα να πω με το στυλό, αυτό που έρχεται να διορθώσει τις μουντζούρες άλλων, ν΄ανακαλύψεις τις εκδορές και τις ρυτίδες στο πρόσωπό σου, και ν΄ακούσει
Δεν προσπαθώ να ταυτίσω κάποιο μέρος του κόσμου με τον όλο, ούτε το όλον με την αιτία του, εξάλλου έτσι δεν διατηρείται τίποτε, μόνο το αντήχημα που μπορεί να προκαλέσει αυτήν την έκρηξη συνοχής προσπαθώ να εκφράσω όσο μπορώ. Όταν ένα σύνολο δεν αποτελείται από δύο, είναι τόσο θαυμάσιο και εντυπωσιακό πώς δυο μέρη μπορούν να το εκφράζουν ως υποσύνολο. Πώς δηλαδή ένα υποσύνολο μπορεί να αποδίδει την έννοια του όλου όταν τα υπόλοιπα δεν είναι απαραίτητα εναρμονισμένα. Πόσο βέβαια μάλλον όταν ένα μέρος εναρμονίζεται με το όλον ενώ όλα τα υπόλοιπα παραφωνούν. Κάπου εκεί όμως με οδηγεί, σ΄αυτό που λέν' "σαν ένα"
Άκουσα κάπου για "συνέργεια" και ανταπέδωσα "υπέρβαση"...
όταν προσθέτεις του άλλου τον ζυγό στον καθένα, η σούμα δεν κάνει ένα αλλά τέσσερα, δυο ζυγούς για τον καθένα... αλλά μάλλον αυτό κατόπιν διαζυγίου θα συμβαίνει
Έχοντας στα υπόψιν την απόσταση του κάθε μέρους με κάθε άλλο (η "ψυχρασία" του γνωστού Μπακαλόγατου), γνωρίζεις το πραγματικό ατομικό βάρος του ζυγού σου [ζ=ν(ν-1) (/νεΝ*, ν:= αριθμός συσχετιζόμενων προσώπων, και αν συμπεριληφθούν οι σχέσεις του καθενός με κάθε άλλο, τότε ζ'=ζν/2 κοκ.]
θα λες "τι λέει τούτος¨, μα δε σ΄αδικώ... απλά έκανε τζιζ το θέμα, και τραβήχτηκα με γενικόλογα.

Στα γενικόλογα που βλέπεις μεσολάβησαν απόψεις και χαριεντισμοί, σατυρισμοί, προτροπές προς το θείο απ΄τον Πέτρο και προς το συναίσθημα απ΄τον Μιτζέλο. Γυρνώντας ποδαράτο, κατά το γνωστό, συνάντησα πλούσια φώτα μα κάπως ζεστά, άδεια πεζοδρόμια με χαμηλές αναπνοές και ποτήρια στην άκρη τους, ζωγραφιές, ονόματα συνθήματα διαφημίσεις για γιορτές μακριά από δρόμους και φοβίες νυχτερινές.. μα κάπως έτσι εγώ συνήθισα την πόλη, βήμα ταχύ με μουσική, και λίγη... προσοχή, σκέτος θίασος για περίεργους θεατές

επί σκηνής ¨Κιθαρωδία" και επιστροφή στην μικρή μου οιστρο2ία,

τώρα τον κόσμο βλέπω σαν πλέγμα
όσο το ενδιαφέρον μου διατηρείται σε σένα,
κι ένας κόμβος ξεκολλάει απ΄τον λαιμό να το χωνέψω
 πως μπορώ να αγαπήσω αυτόν τον κόσμο

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Treeστρατο

Μέσ΄της ώρας την κραιπάλη
περιμένω να΄ρθει άλλη
την τρυφή να συνεχίσω
μέχρι να την εξαντλήσω
Σ΄ένα θάμβος υπομένω
να φυσήξει ο αέρας
το τοπίο να φανεί
σε χαρμόσυνη στροφή
κι έτσι πάλι να τολμήσω να αλλάξω

Πόσο μόνος απομένω
την πληγή μου να ρυπαίνω
κι όταν άλλοτε δειλιάζω
τα όνειρά μου συννεφιάζω
Ένα ρίγος απουσίας
νιώθω πάλι και ντροπιάζω
η καρδιά μου σταματά
να χτυπήσει δυνατά
οι παλμοί της να σηκώσουνε το βλέμμα

Είδα φτερά να σκορπίζουνε σαν κλέφτες στο λιβάδι, νυχτολούλουδα ν΄ανθίζουνε στον φράχτη, κλειστά αρώματα στο χιόνι, στεγνές προβλήτες και χορταριασμένα όρθια κάστρα
Η φαντασία όμως μαράθηκε στο χώμα και σκόρπισε χωρίς αέρα, οι ενστερνισμένες φιλοφροσύνες μου με κράτησαν αθωράκιστο, "έξω καρδιά", σαν απέταλλο τριαντάφυλλο

Τρίστρατα συνεχώς. Σαν ευθεία μην υπάρχει, ή όχι ευθεία χωρίς παρακλάδια. Σαν πορεία πάνω στον δρόμο της ζωής να σκαρφαλώσεις σαν παιδί
Άλλοι σαν θα λέγανε να ξεραστούν απ΄το στόμα του θεού τους, μαγκωμένοι στα παράδοξα, τον χαρακτηρισμένο ενάντιο... ένα τσουβάλι πέτρες βουρ στο ποτάμι, όπως στο παραμύθι της γιαγιάς μου, οι αναθυμιάσεις να πάνε κάτω με λίγο περπάτημα.

Ξεγελάς τον θάνατο, όσο την αμαρτία. Η κοροϊδία τον δυναμώνει όπως το ποτάμι η βροχή, όσο κι αν μια πέτρα δεν ταράσσει τα νερά. Είναι το γνωστό φαινόμενο του μεταξοσκώληκα... γδύνεται αυτός στην Κίνα και ντύνονται στο κέντρο της Αθήνας... βέεεβαια
:)
Κρέμεσαι λοιπόν απ΄το δένδρο της ζωής και αναρριχάσαι όπως η τροφοδοσία του καρπού απ΄τις ρίζες του, φωτοσυνθέτεις ή αποξεραίνεσαι, με τα κάλπικα φλουριά στα χέρια, και πετιέσαι στη φωτιά. Ζεις ή ψάχνεις στα ερείπια φωλιά, την τρανή ¨βασιλική¨ ποδιά που θυμίζει Gmail.

Κάποτε περιβλήθηκα μαύρο νυφικό επειδή αδυνατούσαν να συνομιλήσουν ηθικολογικά, κι έμεινα απένταρος με τα κουδούνια στον σβέρκο... αυτό μου έλεγε ουσιαστικά, ότι μόνο στην πράξη μπορείς να μη παραμιλάς

Και γεμίζει το στεφάνι
αρετή όποιος υφάνει
την ζωή του ευθυγραμμίσει
μόνο αν το επιθυμήσει,
με τα λόγια τα θερμά
που στην πράξη τα περνά
και το μέτωπο ορθώνει στα ουράνια

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

γιατί αγωνίζεσαι

Στις φλέβες που κυλάει η αντοχή σου
στους κροτάφους που δροσίζεται ο κόπος
στα έργα που κατέπιασες μονάχος
αγωνίζεσαι
το σώμα να πονά, το μυαλό να ξεχνά,
το πάτωμα να σκληραίνει
κι ο αέρας
Συντροφιά μια παιδική ζωγραφιά, φωτογραφίες, ένας σταυρός ή μια "εικόνα",
ό,τι προλαβαίνεις να θυμάσαι τον σκοπό σου της ζωής, να γιατρευτείς
χάνεις δυνάμεις, μήπως το ξέχασες;
ψάχνεις το νόημα, δεν εμποδίζεσαι;
ή παριστάνοντας τον αγά αγνοείς και το φέσι

"πάμε για εμφύλιο" σχολιάζουν, "για αλλόχνωτο ξεσηκωμό, για τρίτο παγκόσμιο, για την εξαθλίωση, για τον χαμό"
κι αγωνίζεσαι ν΄αφιερώσεις μια σου μέρα στον Θεό

στο ποτό, στο φαγητό, στον καπνό, στα "όργανα" και στην εικόνα
ν΄ανταπεξέλθεις
και πενθείς το κλάμα που σου στέρεψε, στον ιδρώτα που ξεράθηκε στα μάτια
Ό,τι σκέφτεσαι αγγίζεις
παραμιλάς κι ανοίγεις πόλεμο με υποθέσεις
εξαθλιώνεσαι
σαν μπετονιέρα που φτύνει βρώμικο νερό που σε τίποτα δεν στεριώνει,
και γυρνά
κι οδηγείς τον χαμό πάνω σε άρμα γιορτινό ως το λιμάνι της φωνής σου,
η λάμψη της αφήνει στάχτες και σοκολάτες πικρές για τα παιδιά,
δεν συχωρνά, θέλει τον κόσμο ν΄αλλάξει "ο κόσμος να χαλάσει"
κι αγωνίζεσαι
με ό,τι προλαβαίνεις να θυμάσαι
το γιατί

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

για την επανάσταση

Έμπνευση της συμφοράς
να ρουφήξεις τον αέρα της αφεντιάς σου, της πονηριάς, του χαλασμού
δεν ξέρω πού πάν΄ τα τέσσερα εγώ, κι ανακατεύομαι καθώς προσπαθώ να προχωρήσω, ν΄αντισταθώ, να σταματήσω

Στα στενά στεναχωριέμαι και στ΄ανοιχτά πλατιάζω, στα ψηλά σαν αιωρούμαι και στα ύπατα βουλιάζω σκηνώματα

''
Απορώ τι περιμένουμε για να επαναστήσουμε. Αλλά όχι τώρα, βγαίνει το καινούριο fifa. Και να μην ξεκινήσει με τίποτα Σάββατο, θα χάσουμε το ποτάκι.''

φερέφωνο της στυφότητάς μου γίνομαι, και το τραγούδι μου άγουρος καρπός προς το πλήθος. κρεμάζω τώρα και πανό απ΄των γερόντων τον αυχένα.
Το΄να μου χέρι ζητά, και τ΄άλλο κλέβει. το΄να πόδι βαρά προσοχή, και τ΄άλλο το χώμα. το΄να μάτι προσεύχεται στον Θεό, και τ΄άλλο καίγεται στο χαλί του αλλαντίν, στην όψη της μάνας που κλαίει τον θάνατο να επιστρέψει, στο φως της

τι με εμπνέει και γράφω τόσο άβολα;
η φόρα; το κιτρινόμαυρο στυλό, το χαρτί σαν φυλακή στραμμένη;
Τα λάθη μου αρχίζουν να έχουν φανερό αντίχτυπο, ακούω τον αντίλαλο απ΄τ΄ακουστικό και συλλογιέμαι την φωνή μου, πόσο ξεχάστηκα να αραδιάζω σαχλαμάρες, μια σάτυρα του εαυτού μου εγώ

''
Απορώ... για να επαναστήσουμε. Αλλά... με τίποτα''

γιατί να "παντρευτώ" αν θα σέρνω σκουπίδια για στολίδια
γιατί να ακουστώ στο κενό,
γιατί τον δικό μου ανδριάντα γεμάτο στρείδια στον βυθό να χρωματίσω;
κι απορώ...Αλλά όχι ακόμα

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

ηπειρωτικό

στα ηπειρωτικά

εκεί ψηλά
όπου βαστάει σύγνεφα
κρυσταλλικά γλυκά κατηφορίζουν τα νερά έως το πέλαγος
κόπτονται οι πίκρες τους
προτού ροδίσουν στα πλατάνια με πηγές,
όψονται ψηλά στα πρωτοχιόνια, κ΄ύστερα ξετρυπώνουν έως τα έλατα
πράσινα χλοερά κλαδάκια

η σιωπή τους δεν χαρίζεται με ήχους

εκεί όπου ο αέρας ρεμβάζει επάνω στις ράχες
και χαϊδεύει των προβάτων τα λευκά
κλώθω της θύμησης τον χάρτη,
στις φορεσιές κεντάω σήμαντρα χρυσά γαλβανωμένα, για τον χορό που οδηγεί
ως το ξωκλήσι

του αηλιά

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

στην πρέσσα, & τα 12 καλοκαίρια

Το πρώτο μου δώρο δεν το χάρισα ποτέ. το έφτιαξα με σπιτικά στοιχεία στο υπόγειο, έβαλα όση φαντασία αβίαστα βρήκα να σχηματίσω την πρώτη ιδέα... αλλά το κράτησα για μένα.
το κρέμασα στο κέντρο του πατρικού μου δωματίου, προσθέτοντας χάλκινο γράμμα παρακάτω με κλωστή, και σκαρφίστηκα μιαν ιστορία να το περιστρέφει κάτ΄απ΄τη λάμπα

Το δεύτερο δώρο και πρώτο που χάρισα, ήταν το ίδιο με άλλα υλικά, κι όχι μόνο σπιτικά. κορνίζα με πέταλα... αλλά ο χρόνος είχε παρέλθει της στιγμής. ο θάνατος κυριαρχούσε στην εικόνα, και η ξηρότητα υποτυπώνονταν στα χρώματα, ή τουλάχιστον σε μένα
ο ήλιος θα γινόταν ίδιος με το μαύρο φόντο, κάποια στιγμή

Αυτό το δώρο χάρισα, κι έκρυψα τριαντάφυλλο στο πρώτο μου βιβλίο που οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, ίσως από ενοχές ν΄αντισταθμίσω την ειρωνεία της σχέσης μου...
Τώρα, έλαβε την θέση που του άρμοσε, πάνω από το κέντρο της μέχρι τώρα μου ζωής, πάν΄από δώρα και ιστορίες αποξηραμένες, αφού δεν καλλιεργήθηκαν στην ψυχή μου. το βιβλίο πάλι, τό΄χασα

Κράτησα τα καλύτερα για μένα, σαν εισιτήριο στην ευτυχία, σαν υπεράσπιση ενοχής, ζωγραφισμένος καθρέφτης στο όνομα που θέλω.
Θά΄λεγε κανείς πως σημειώθηκε ζωηρότερη ερμηνεία, βαθύτερη αλήθεια, όσο διαδέχεται εποχές. γιατί ζει, αλλάζει, και φθείρεται όπως κι αυτή η ζωή... αλλά δεν είν΄αλήθεια. διότι όσο κι αν σκούριαζαν τα σύρματα του πρώτου, ή κι αν στράβωναν ακόμα, δεν θα φθείρονταν η ουσία. του δευτέρου όμως δώρου, επειδή την εκφράζει, καταφθείρεται, και παύει η ιδέα με την ολοκλήρωσή της.
θ΄αχρηστεύτηκε τώρα, ή μάλλον θα πετάχτηκε ήδη στον χώρο του των σκουπιδιών...
Φύλαξα το σώμα του πρώτου δώρου και την ασθένεια του δευτέρου, κονσερβοκούτι στέμμα,
και τώρα λούζομαι την συνέπεια (...στην πρέσα)

ακολούθησε η εντρυφή μου στην αποστροφή και στο κρίμα, κλειδαμπαρώθηκε στην σιωπή την νυχτερινή η αμηχανία, και πέτυχε την ζάλη ο νοητός μου στροβιλισμός

"ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ"

το χρώμα τ΄ουρανού θάμπωσε
ακτίνες διασχίζουν καθώς το άρωμα της Άνοιξης διαβρώνει στους αιθέρες
Μια λάμψη και τυφλώνεσαι
με μάτια κόκκινα που σε ρυάκι δροσερό
αφήνονται

στο μέτωπο υγρό γραμμές βαθιές ξεχωρίζουν
στο όνομά σου χάνονται
σταγόνες κατρακυλούν και παίρνουν τον δρόμο του λιβαδιού
στο πλάτος του γκρεμού γαλάζιο
στο βάθος της σιωπής αστέρια

άνεμος
οι κορυφές ταράσσονται αναπνέουν οι καρποί
κελάηδημα φυγής και η βροχή
κρύβομαι στις σπηλιές

σκιές
το βλέμμα ταξιδεύει και πονά
νόθη ματιά που ξαφνικά σε περιμένει
ξαγρυπνώ στη φωτιά κι αργοπεθαίνω
το γκρίζο χώμα περπατά
και στροβιλίζονται οι βράχοι
στο απάγγειο της ώρας
τα δόντια του κοιτάς και γυροφέρνεις

σκοτάδι πέπλου το πρωινό αλλάζει
ζωγραφιές που τρέχουνε μαζί και για στιγμές χαράζει
κλίμακες πέφτουνε στη γη στα σκοτεινά του δάσους
η ζωή ξεκινά και σταματά
συνεχίζει για όλο το απόγευμα
(5/5/2004)

κάτ΄από ήδη μπόλικη λευκή μπογιά... η δύση
έβλεπα τηλεοπτικές ταινίες για λουριά, συνομιλίες στ΄ακουστικά, κι ετοίμαζα την έξοδο...
περνούσε ο καιρός με περιπάτους αναψυχής πριν την αυγή και
περιπλανήσεις

διαδρομές και δρομολόγια
συσκευάζουν την εικόνα με μολυβιές και ημιόλια
γραμματόσημα σιελογόνα
αντανακλούν απ΄το συκώτι μου το αίμα που ωθεί στα λείμματα και στο κόμμα
κι εγώ, απόστημα κουτσουρεμένης θεωρίας, να γίνω μελετητής
λίγα ακόμα και νά΄μαι
στην πρέσα
να βάζω τετράδια στο συρτάρι προς ανακύκλωση
μα νιώθω κάπως ότι αξίζει όποια αναπνοή
πως θά΄ρθει κάποτε στιγμή που θα φιλοξενήσει νόημα το χαρτί
και πνεύμα αυτό το λείμμα

"-γιατί
μια στιγμή πνοής
ολόκληρης ζωής απάτη;"

11 χρόνια μετά

-διότι
κάθε στιγμής πνοή
ολόκληρη ζωή αγάπης


σαν να περνάς 40 κύματα ; για να δροσιστείς με το καθένα

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

με δύο λόγια σ΄αγαπώ με 2ύο λόγιa

Πώς να σου πω το σ΄αγαπώ με δύο λέξεις;
εσένα μόλις που κοιτώ, και λίγη αγάπη προσπαθώ μα δεν διαθέτω
Αν πάλι αρκεστώ σε ό,τι έχω, δύο ματιές και κάποια λόγια σου αφηρημένα, τι να προσφέρω απ΄τις ελλάμψεις μου; τις οξειδώσεις ή τις κυλιδωτές εκφάνσεις του κράματός μου;
Μιλώ συνήθως συγκεχυμένα
διατηρώ την αφηρημάδα μου να μη προσκολληθώ σε ξερόφυλλο στο ρέμα, μη και ξεχάσω τα μπρατσάκια μου στο σπίτι και πιάσω πάτο, αν στα βαθιά παρασυρθώ τσαλαβουτώντας

Τι σημαίνει αγαπώ και τι αψηφώ το κενό;
σημαίνει μισώ όσους μισούν εμένα; και μήπως είναι ανύπαρκτο το κενό ώστε πραγματικά γεμάτο;
διότι τι σημαίνει ν΄αγαπάς όσους σ΄αγαπούν; λες και στέκονται οι άνθρωποι σταυροπόδι σε ζυγαριά αγάπης προσπαθώντας η βελόνα της να δείχνει στο κέντρο
και τι πίστευε στον εαυτό σου; λες και κατέχεις μυστήρια έδρα απαράβατη των αισθήσεων και των νοήσεών σου, σεβαστή και απρόσιτη, αμέθεκτη του εαυτού σου αλλά και μέρος του, λες
λες και μεθεκτό με αμέθεκτο να ενώνονται αλλά να μη ταυτίζονται άμα, μυστηριακά ασφαλώς.., οργανωμένα αλλά αυτόματα και τυχαία, σαν θρησκευτικός γάμος ομοφυλοφίλων με παπά κουμπάρο.
διότι μπορεί όντως να είναι ενωμένα αταύτιστα, αλλά πλέον δεν απευθύνεται σε άνθρωπο, μονοφυής ών. εκτός αν σου αρέσει η εικόνα του διαβάτη σε πετρόστρωτη κατηφόρα με πατίνια, αν το καπέλλο του γελωτοποιού που κουδουνίζει τό΄χεις για ράσο.

Αποφεύγω την αμεσότητα γιατί κάνει τζιζ, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτή λόγω σπανιότητας, όπως μ΄αρέσουν κ΄οι αντιθέσεις, όπως η αμέσως παραπάνω, ίσως γιατί η αλλαγή είναι στις προτεραιότητες ή στον απώτερο σκοπό, ευγενής πόθος
Ας πάψουν όμως με την ψυχανάλυση αυτή και τα όπως... ας επανέλθω...

Τά΄χει χαμένα όποιος κοιτάζει το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο, διότι δεν αλλάζει την στάθμη, με όποια του κωλοτούμπα. ευδιάθετος, κακοδιάθετος, αδιάθετος, ένα και το αυτό... είτε μπαζούκα είτε εντομοκτόνο διαθέσει κατά (φυσικού) μυρμηγκιού, τον τρόπο επιζητά και όχι τον λόγο. πού οπότε η εξυπνάδα της οικονομίας έργου; αφού στο πρώτο κραχ χρεοκοπεί, και ούτε η τζαμοασφαλιστική δεν εγγυάται προς διόρθωση

Αν πάλι μισείς όσους σε μισούν, αφού αγαπάς μόνο όσους σ΄αγαπούν, τι κάνεις απέναντι σε όσους αγνοείς; το να τους θεωρείς ανύπαρκτους δεν θα΄ναι λάθος; κι αν τους μισείς, πού σου φταίξαν; κι αν τους αγαπήσεις, πού΄ν΄το κακό;
γιατί και σαν χταπόδια αν κατεβαίνουν στο γιαλό, μαλλιοκούβαρα στον μαλιακό με τρύπια σέμπρικ, κάποιος θα τά΄βγαλε στην στεριά και από κάποια πλακουτσωτή πέτρα ξεγλυστράνε να σωθούν...
το δικό μου όμως μελάνι πολύ κύλισε κι έφτασε στην θάλασσα που μου δροσίζει τα πόδια, με άλλα λόγια, κουράστηκα...

Με ποια λόγια λοιπόν να σου πω αυτό που νιώθω, όταν οι λέξεις αμυδρά μόνο σχετίζονται μαζί μου;
ούτε γνωρίζω τον εαυτό σου, ούτε είμαι η αγάπη που αγαπά... αλλά και πόσο να πιστεύσεις στην φαντασία μου και πόσο στα αισθήματά μου για σένα ότι είναι αγνά.
εκτός αν ποντάρεις στον ευσεβή μου πόθο, και αυτά σου είναι αρκετά, όσο αρκεί και δεν είναι απατηλά, και έτσι δεν ρισκάρεις

παράξενεs μέρεs

Φως απλανές περιγράφουν και προτρέπουν να κοιτώ ευθύς στα άστρα.
ουράνια πολιτεία δασκαλεύουν και με κλωνάρια την σχεδιάζουν στην άμμο που την θάβουν.
Κι έρχεται πρώτο κύμα, τα βασίλεια της αβύσσου επιπλέουν στον αφρό του και σκορπίζονται, σηκώνοντας άγκυρες, πάν΄απ΄τους βράχους του λιμένα. τα καβούρια κυνηγούν οι αστακοί κ΄οι αχινοί καρπίζουν τα πλατάνια,

παράξενες μέρες

Οι γιορτές γίναν βουβές, κ΄ οι χοροί αφίσες, τα καθίσματα πέτρωσαν και κοκκάλωσε η αυλαία απ΄την αλμύρα.
Οι παρακαταθήκες, σαν δεσμεύτηκαν απ΄το κράτος σε μουσειακές βιτρίνες και φυλλάδες μυστηρίου παραφρονημένες, ομορφαίνουν τα περίπτερα της πόλης σαν μανταλάκια.

Δες πώς γίναν τα πάρκα πλαστικά, δες πώς μοιάζουν φυλακή οι πλατείες και τ΄αγάλματα παλαιικά, δες τους δρόμους ποτάμια, τα παγκάκια σκιάχτρα, σκουπιδοτενεκέδες φυλαχτά
Η καμπάνα δεν μου χτύπησε καμιά φορά απ΄όσες θυμάμαι, στις κόρνες του μποτιλιαρίσματος.

Και τα μυρμήγκια πάν΄ για δουλειά τα χαράματα σαν τα τζιτζίκια, περιμένουν στην σειρά για κάποιον συμβιβασμό απ΄τον εκδοτικό τους οίκο, λίγες σελίδες ακόμα για λίγη πράσινη μπογιά
Σαν κατεβαίνουν οι γρίλιες των καταστημάτων, αλλάζουν όνομα οι βιτρίνες, κι εγώ μαζί. Τα γκράφιτι των μπλογκς καλύπτουν μέχρι και τα πεζοδρόμια, όσα δεν πρόφτασαν οι τάπητες των μαγκαζίνων, αναζητώντας μονιμότητα στην φθορά, τους διαβάτες ξυπόλυτα ν΄αγγίζουν

Αχνίζουν οι πλάκες μακαρίζουν τα χιόνια... γυρνάω στον ζητιάνο που οδηγεί ο δρόμος.
Απ΄τον εξώστη έφυγε κύμα και τον παρέσειρε σα πρώτον
Το συντριβάνι στέγνωσε καρουζέλ για τα παιδιά να ζαλιστούν απ΄τις στροφές και το λιοπύρι, καινούργιος θίασος υπό την αιγίδα του νέφους. γελάει ο φθόνος της ηπείρου, απολιθώνονται τα δέντρα, διεκδικεί τα φρένα η τεχνητή νοημοσύνη

Η φλόγα της δεν ήταν ζωντανή, ανασύρθηκε σαν ομφαλός και τώρα πλέον ούτε που της είναι ορατή στους επισκέπτες της
Το σκήνωμα φούσκωσε στην ντόπα, κι έμοιασε στην υφήλιο
Η παγγαία στριμώχτηκε σε έναν πυρσό χαρτοπολτό, προσμένοντας το δήλιο φλέγμα απ΄τον εξώστη, το κροκοδείλιο άσμα του εμπρηστή, τον σπινθήρα της απόχρεμψης, το zippo της συμφοράς

ο προπέλας connecting people, και ο λατίνος με το μυαλό του στην μπάκα ακατάπαυστα δουλεύει με μας

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

περίπατο στον έλικα του βοός

 Στους πρόποδες της αναγέννησης ο κόσμος πολεμάει για ζωή. Αποστάζει μεγαλόπνοα οράματα ακριβά απ΄τα μάτια του, κι εξαργυρώνει τα πρότερα σίδερα του ασύλου του για τις προμήθειες του έτους. Αφοπλίζεται σαν αστακός.

 Κοίτα πώς διψάνε τα όρη, δες πώς παγώνουν οι σχισμές... ένας διαβάτης αναρριχήθηκε με τόλμη που διακρίνεται στην νύχτα. Δίχως χέρια και πόδια, για την ώρα, με τον φακό στο μέτωπο, περνά γοργά την δύση και πάλι πίσω σαν καταρράκτης, να ετοιμάσει την πρωινή μας διαδρομή. Κι εξαφανίζεται από΄να σύντομο δρομάκι στην πλαγιά.
Στην δρακόλιμνη που φτάσαν τα παιδιά τραβολογούν τον κόσμο όλο με μουσικές, εφόδια σαν πήραν, από κατάλυμα έως και όπλα αμυντικά, για να σταθούν στην κορυφή χαράματα, στον βωμό της να πάρουν εικόνες της κατηφόρας.
Κι ανηφορίζει ο κόσμος μεσ΄από πέτρες και ξύλα σκόρπια, να προφτάσει την πρώτη νιώτη σαν κοντοστέκεται.
Σηκώνει φλόγες για το βράδυ, μα στα τυφλά θα περπατήσει στο σκοτάδι το πρωί.
Στο χείλος προπορεύονται οι στιγμές, σημαδεύουν το μονοπάτι σώος να βρεις τον οδηγό τους με ταμπέλες κιτρινοκόκκινες αλλοιωμένες απ΄τα χρόνια.
Αυτός ο γάτος του παραμυθιού, δεν σταματά στην λίμνη, με την τρίχινη εδώ τάπα κατά τον μύθο, ούτε τελειώνουν τα βήματά του πίσω με χαρμόσυνες καμπάνες. Ο στολισμός του αρχίνησε, λοξοδρόμησε, να καταλήξει στις αγκάλες μας και να τραφεί το σμίγμα που τού΄χουμε πήξει.
 Στους πρόποδες της αναγέννησης, ο κόσμος πολεμάει για τροφή, στερεή. Κι όσο ψηλότερα την κρεμά, τόσο ψηλότερα θα πηδήξει, κι όσο ισχυρά την κρατά, τόσο ελεύθερα την αφήσει.

 Αναμνήσεις
αφού όσα μαθαίνεις από μικρός δεν σου τα αλλάζουνε απλά, κι αν σου σταθούν σαν μαθητής θα τους χαζέψεις, νοθεύουν πρώτα το κρασί με του θεάματος το γάλα καθώς ανδρώνεσαι, κι οδηγείς προς τον βωμό που σού΄χουν χτίσει να λατρευτείς. Ελπίζοντας ο κόσμος σε σένα που βλέπεις διαφορετικά, αφού όλοι οι άλλοι θα κοιτάζουνε ψηλά, ο φάρος της Βαβυλώνας όταν δεν έχει συννεφιές, κερδίζει καύμα, ενώ στα γόνατα η λάσπη θα έχει φτάσει, εκεί στο κέρας της παρωδίας
 Καλοκαιρινές μου διακοπές

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

3rd Atomic War

Λιγοστεύει ο άνθρωπος στον πόλεμο, μεγαλώνει στο μαρτύριο που αρχινά πριν σηκωθεί απ΄το σανίδι.

 Στης σάρκας του την σκληράδα ολισθαίνει ο ιδρώτας της ημέρας και οι σταγόνες του προσώπου του λιμνάζουν στο υπόστρωμα. Εμβατήρια θροϊζουν την μπουγάδα στο μπαλκόνι, και τα ξερόκλαδα σωρεύονται λοφίσκοι στην ταράτσα.
 Σαν ξεμακραίνουν οι ημέρες της ντροπής, αναπολείς στα περασμένα σαν τουρίστας στο θησείο. Γεμάτος νόημα της στιγμής αστράφτεις σαν το φλας της μηχανής ν΄αποτυπώνεις ό,τι καλλίτερο σε μαύρη πλάκα, στο φιλμ που σαν το είδε ο ήλιος ντράπηκε.
 Ευαίσθητες ψυχές, ευπρόσβλητες αγκαλιές, με μια ανάσα συγγνώμης, ευχάριστης προβολής, πίσω απ΄την οθόνη της σκηνής, μέσα στο φέρετρο της κοινής.
 Λιγοστεύει ο άνθρωπος μέσα στο θέατρο της ζωής, ο επι σκηνής αιθεροβάτης, ο διασκεδαστής. Στο πολύχρωμο τόξο που κρατά, τοξεύει την διασπορά του με καλώδια και στίγματα για κεραίες, ψηφίζει τους θεατές του σαν στασίδια κερκίδας να γίνει πομπός και δέκτης όσο μπορεί, διαπομπεύοντας τα ίδια.
 Και λιγοστεύουν τα ψηφία.
Διαβιβάζεται η εγκύκλιος απ΄τα έδρανα στα θρανία και ανθοφορεί η φασολιά χρυσά αυγά και όργανα φονικά, κύμβαλα χορδές φωνητικές να τρομάξουν τα περιστέρια που τους τσιμπάνε την σοδειά με τύψεις.
 Τον πόλεμο που κέντησε την μέρα η σκιά σιδερώνω μπροστά μου με ό,τι θυμάμαι, όσα φυλάω στο μπαούλο την καρδιά να εμφανίσω. Δεν θέλω να είμαι διπλός, διπρόσωπος εχθρικός, αλλ΄η ψυχή να νυμφευτεί το σώμα πριν πάρει διαζύγιο, να παραδεκτώ το άχρηστο του ψεύδους και την ωφέλεια του λάθους, να ειρηνεύσω.
 Και λιγοστεύει ο πόλεμος στον άνθρωπο.

Στην όαση χάθηκε ο πρώτος, ο δεύτερος έφερε την λύτρωση στην έρημο, και έκτοτε ο τρίτος πόλεμος επι σκηνής

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

τζάκι food, μη γένοιτο!

Αφορμή
αφορμή ξαφνική ξεσπιθίζει το πρωί η λογική αναμοχλεύοντας τα χρόνια,
βαθιές συνήθειες αιχμηρές, τόσο που αίσθηση γεννούσαν κορεσμού, αφομοίωσης μισθού ιδανικού αλλά της δίψας

Στον ακάλυπτο που χτίσανε τα σπίτια περιπλανιούνται το πρωί πάλι σπουργίτια,
και ακούγονται καρπούς να ψάχνουν πάνω, ή αν φωλιά οικονομήθηκε να στήσουν όταν οι γείτονες δεν βρίσκονται μπροστά τους
...κάποια απίθανα μυρμήγκια θα΄ρθουν πάλι να τα δω με μια μπάλα στο ντουβάρι,
κι αν κανένα στις σελίδες περπατήσει, μη και μείνει στο βιβλίο όταν κλείσει, θα΄ναι κρίμα
...και τις μύγες πού τις πάω; μάλλον βιάζομαι, ακόμα λίγο να ζεστάνει,
ν΄αρχίσουν κύκλους σιωπηλά να σχηματίζουν

Ξεφαντώνει η διακοπή να μου σπιλώνει το κεφάλι
δεν έχει σχέδια πολλά, δεν ήταν όλα αρκετά, πώς τώρα δίχως δρομολόγιο η μέρα...
ξεκουρδίζοντας τον χρόνο άλλη φορά ψάχνει του δείκτη,
η διακοπή μη χάσει κλικ και του ξεφύγει
Στους θορύβους της ημέρας ξενυχτάω,
άλλοι που τρέχουν να προφτάσουν, δεν μιλάω
ο αέρας μου φυσά, την μπαλκονόπορτα χτυπά, και τα φύλλα του βιβλίου μου σηκώνει
Φωλιά ακούω να΄χουν απ΄τον τόνο της φωνής τους,
θα΄ναι μικρά και δεν δουλεύουν την τροφή τους...
όταν στον χρόνο έχει ρυθμιστεί η φύση προσμένεις έκπληκτος κι εσένα να ωθήσει
η ζωή δίνει ζωή απ΄όπου παίρνει, αλλά δεν μιλάω για θάνατο,
διότι θα τον έδινε κιόλας ή θα ξέμενε

Επιστρέφω την ημέρα μου ν΄ανοίξω με ευχές
τα μυστήρια προσμένουν να εντρυφήσω
ίσως το σώμα μου ποτίσω μ΄άλλου αίμα,
το πιθάρι μη θελήσω σαν ένα τηγάνι τρούπιο όπου την ψυχή μου ψήσω
λες και κάστανο στο τζάκι!

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

εικόvεs ομιλiαs & στixοs φασμάτωv

                                                           στην μοναξιά
                               & στην φιλία

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

μια μεσημβρινή χειραψία

  Ψιθυρίζουν στο σκοτάδι οι αλήθειες
ζητάς να κλείσεις επιτέλους αυτό το στόμα
να πάψεις την γλώσσα που κινεί διαμαρτυρία στην φυλακή της
να σιωπήσεις
  τι περιμένεις να συμβεί όταν ο δίπλα σου απλώνει την φωνή του
τι περιμένεις να συμβεί όταν στα πόδια σου στυλώνει αυτός το βλέμμα
  
Κούφια βοή για μια στιγμή με παρασέρνει στην λάσπη
χείμαρρος που θα πλαντάξει κατηφορίζει στο πλάι
ποιος θα προλάβει την θάλασσα αγνή να συναντήσει
συναγωνίζομαι
  
Το στόμα του δεν έχει πέτρες
θυμάται κοιτά δακρύζει
δεν είν΄ο χρόνος που σε ξεσκίζει ούτε κι ο πόνος που τον γυρίζει
ίσως ο τρόπος ο φόβος Θεού
σαν πάταγος που έρχεται να σε ξυπνήσει
  το δάκρυ του παίρνεις κοντά σου μ΄αγωνία
αν αλήθεια αυτός να θλίβεται ή προσποιείται φιλανθρωπία
τον ζώνει ο κόσμος και προσεύχεται
 
Σε θαύμα όλος θαρρώ και οι βροντές τριγύρω μυκτηρίζουν
θα΄ν΄αλήθεια αυτός πως νοιάζεται και δεν εντρέπεται τον κόσμο να φροντίσει
  θα΄δε παιδί να χαίρεται την φύση;
να΄δε παππού το σπίτι να στηρίζει;
δεν φαντάζομαι ποιο θαύμα αυτός θα είδε
αλλά νομίζω πως τον χάραξε βαθιά κι όλο ματώνει
  να βλέπει γύρω συννεφιά
και πώς ν΄αρχίσει
κι αν βρέξει λάβα ο Θεός
να βοηθήσει

Και ο νους μου να διαμαρτύρεται στην κτίση
πώς να αντέξει ότι τα μάτια κοιτούν αλήθεια
και βοές γεννά στ΄αφτιά μου και ιδρώτα στο μέτωπό μου
κατακλύζει το γύρω μου η πλάνη
στέγνωσ΄η γνώση πότισε ψέμα
  και στο χείλος του γκρεμμού δίνει βοήθεια να συνέλθω
στάθηκ΄εκεί που αγνοώ
να τον γνωρίσω

Πέρασε 'χθές απρόσμενα και ρώτησε τι κάνω, περιέγραψε δύσκολο καιρό, κι αυτό ήταν όλο
μου ζήτησε "χέρι", προσφέροντας το δικό του

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

ο θρίαμβος

  Κοίταξε ψηλά τ΄αστέρια... δες πώς ταξιδεύουν ολοφώτιστα συντρίμμια,
τα κομμάτια τους αφήνουν στο απλανές βύθισμα της χώρας.

  Λες πως συνθλίβονται οι ψυχές... το κενό τους περιεχόμενο συμμεριζόμενες,
κι όλο μικραίνει ο χώρος τους, τόσο που τοξεύουν δάκρυα σαν φώτα να μελαγχολήσουν τον καθένα που κοιτάζει αστροφεγγιές.
Η συναυλία τους τραγουδάει την μοναξιά, κι απ΄τα βράχια αναπηδά σ΄όλους τους τόνους προς την καρδιά, αυτήν που κοίταξε αλλιώτικα την στίλβη.

  Λες πως συντρίβονται οι καρδιές... βρίσκουν τις άλλες να βαστάξουν ό,τι δεν θέλουν, και ξεχειλίζουν λαβωματιές.
Εδώ παραμυθιάζονται κι αλλού παρηγορούνται, εδώ μόνο που χαίρονται κι αλλού μετανοούνε...

  Μου λες πως γράφει νότες ο ουρανός απελπισίας, και ο μαέστρος μόνο μένει, το κλειδί της μελωδίας, για τον θρίαμβο της νύχτας

Ο A... ενημέρωσε την κατάστασή του.: "Η μεγαλυτερη μοναξια βρισκεται αναμεσα στο κενο του πληθους....... πολλες ψυχες αδειες καρδιες....."