Το
πρώτο μου δώρο δεν το χάρισα ποτέ. το έφτιαξα με σπιτικά στοιχεία στο υπόγειο,
έβαλα όση φαντασία αβίαστα βρήκα να σχηματίσω την πρώτη ιδέα... αλλά το κράτησα
για μένα.
το
κρέμασα στο κέντρο του πατρικού μου δωματίου, προσθέτοντας χάλκινο γράμμα
παρακάτω με κλωστή, και σκαρφίστηκα μιαν ιστορία να το περιστρέφει κάτ΄απ΄τη
λάμπα
Το
δεύτερο δώρο και πρώτο που χάρισα, ήταν το ίδιο με άλλα υλικά, κι όχι μόνο
σπιτικά. κορνίζα με πέταλα... αλλά ο χρόνος είχε παρέλθει της στιγμής. ο
θάνατος κυριαρχούσε στην εικόνα, και η ξηρότητα υποτυπώνονταν στα χρώματα, ή
τουλάχιστον σε μένα
ο
ήλιος θα γινόταν ίδιος με το μαύρο φόντο, κάποια στιγμή
Αυτό
το δώρο χάρισα, κι έκρυψα τριαντάφυλλο στο πρώτο μου βιβλίο που οι παλιές
αγάπες πάνε στον παράδεισο, ίσως από ενοχές ν΄αντισταθμίσω την ειρωνεία της
σχέσης μου...
Τώρα,
έλαβε την θέση που του άρμοσε, πάνω από το κέντρο της μέχρι τώρα μου ζωής,
πάν΄από δώρα και ιστορίες αποξηραμένες, αφού δεν καλλιεργήθηκαν στην ψυχή μου.
το βιβλίο πάλι, τό΄χασα
Κράτησα
τα καλύτερα για μένα, σαν εισιτήριο στην ευτυχία, σαν υπεράσπιση ενοχής,
ζωγραφισμένος καθρέφτης στο όνομα που θέλω.
Θά΄λεγε
κανείς πως σημειώθηκε ζωηρότερη ερμηνεία, βαθύτερη αλήθεια, όσο διαδέχεται
εποχές. γιατί ζει, αλλάζει, και φθείρεται όπως κι αυτή η ζωή... αλλά δεν
είν΄αλήθεια. διότι όσο κι αν σκούριαζαν τα σύρματα του πρώτου, ή κι αν
στράβωναν ακόμα, δεν θα φθείρονταν η ουσία. του δευτέρου όμως δώρου, επειδή την
εκφράζει, καταφθείρεται, και παύει η ιδέα με την ολοκλήρωσή της.
θ΄αχρηστεύτηκε
τώρα, ή μάλλον θα πετάχτηκε ήδη στον χώρο του των σκουπιδιών...
Φύλαξα
το σώμα του πρώτου δώρου και την ασθένεια του δευτέρου, κονσερβοκούτι στέμμα,
και
τώρα λούζομαι την συνέπεια (...στην πρέσα)
ακολούθησε
η εντρυφή μου στην αποστροφή και στο κρίμα, κλειδαμπαρώθηκε στην σιωπή την
νυχτερινή η αμηχανία, και πέτυχε την ζάλη ο νοητός μου στροβιλισμός
"ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ"
το
χρώμα τ΄ουρανού θάμπωσε
ακτίνες
διασχίζουν καθώς το άρωμα της Άνοιξης διαβρώνει στους αιθέρες
Μια
λάμψη και τυφλώνεσαι
με
μάτια κόκκινα που σε ρυάκι δροσερό
αφήνονται
στο
μέτωπο υγρό γραμμές βαθιές ξεχωρίζουν
στο
όνομά σου χάνονται
σταγόνες
κατρακυλούν και παίρνουν τον δρόμο του λιβαδιού
στο
πλάτος του γκρεμού γαλάζιο
στο
βάθος της σιωπής αστέρια
άνεμος
οι
κορυφές ταράσσονται αναπνέουν οι καρποί
κελάηδημα
φυγής και η βροχή
κρύβομαι
στις σπηλιές
σκιές
το
βλέμμα ταξιδεύει και πονά
νόθη ματιά που ξαφνικά σε περιμένει
ξαγρυπνώ
στη φωτιά κι αργοπεθαίνω
το
γκρίζο χώμα περπατά
και
στροβιλίζονται οι βράχοι
στο
απάγγειο
της ώρας
τα
δόντια του κοιτάς και γυροφέρνεις
σκοτάδι
πέπλου το πρωινό αλλάζει
ζωγραφιές
που τρέχουνε μαζί και για στιγμές χαράζει
κλίμακες
πέφτουνε στη γη στα σκοτεινά του δάσους
η
ζωή ξεκινά και σταματά
συνεχίζει
για όλο το απόγευμα
(5/5/2004)
κάτ΄από
ήδη μπόλικη λευκή μπογιά... η δύση
έβλεπα
τηλεοπτικές ταινίες για λουριά, συνομιλίες στ΄ακουστικά, κι ετοίμαζα την
έξοδο...
περνούσε
ο καιρός με περιπάτους αναψυχής πριν την αυγή και
περιπλανήσεις
διαδρομές
και δρομολόγια
συσκευάζουν
την εικόνα με μολυβιές και ημιόλια
γραμματόσημα
σιελογόνα
αντανακλούν
απ΄το συκώτι μου το αίμα που ωθεί στα λείμματα και στο κόμμα
κι
εγώ, απόστημα κουτσουρεμένης θεωρίας, να γίνω μελετητής
λίγα
ακόμα και νά΄μαι
στην
πρέσα
να
βάζω τετράδια στο συρτάρι προς ανακύκλωση
μα
νιώθω κάπως ότι αξίζει όποια αναπνοή
πως
θά΄ρθει κάποτε στιγμή που θα φιλοξενήσει νόημα το χαρτί
και
πνεύμα αυτό το λείμμα
"-γιατί
μια
στιγμή πνοής
ολόκληρης
ζωής απάτη;"
11
χρόνια μετά
-διότι
κάθε
στιγμής πνοή
ολόκληρη
ζωή αγάπης
σαν να περνάς 40 κύματα ; για να δροσιστείς με το καθένα

