Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Treeστρατο

Μέσ΄της ώρας την κραιπάλη
περιμένω να΄ρθει άλλη
την τρυφή να συνεχίσω
μέχρι να την εξαντλήσω
Σ΄ένα θάμβος υπομένω
να φυσήξει ο αέρας
το τοπίο να φανεί
σε χαρμόσυνη στροφή
κι έτσι πάλι να τολμήσω να αλλάξω

Πόσο μόνος απομένω
την πληγή μου να ρυπαίνω
κι όταν άλλοτε δειλιάζω
τα όνειρά μου συννεφιάζω
Ένα ρίγος απουσίας
νιώθω πάλι και ντροπιάζω
η καρδιά μου σταματά
να χτυπήσει δυνατά
οι παλμοί της να σηκώσουνε το βλέμμα

Είδα φτερά να σκορπίζουνε σαν κλέφτες στο λιβάδι, νυχτολούλουδα ν΄ανθίζουνε στον φράχτη, κλειστά αρώματα στο χιόνι, στεγνές προβλήτες και χορταριασμένα όρθια κάστρα
Η φαντασία όμως μαράθηκε στο χώμα και σκόρπισε χωρίς αέρα, οι ενστερνισμένες φιλοφροσύνες μου με κράτησαν αθωράκιστο, "έξω καρδιά", σαν απέταλλο τριαντάφυλλο

Τρίστρατα συνεχώς. Σαν ευθεία μην υπάρχει, ή όχι ευθεία χωρίς παρακλάδια. Σαν πορεία πάνω στον δρόμο της ζωής να σκαρφαλώσεις σαν παιδί
Άλλοι σαν θα λέγανε να ξεραστούν απ΄το στόμα του θεού τους, μαγκωμένοι στα παράδοξα, τον χαρακτηρισμένο ενάντιο... ένα τσουβάλι πέτρες βουρ στο ποτάμι, όπως στο παραμύθι της γιαγιάς μου, οι αναθυμιάσεις να πάνε κάτω με λίγο περπάτημα.

Ξεγελάς τον θάνατο, όσο την αμαρτία. Η κοροϊδία τον δυναμώνει όπως το ποτάμι η βροχή, όσο κι αν μια πέτρα δεν ταράσσει τα νερά. Είναι το γνωστό φαινόμενο του μεταξοσκώληκα... γδύνεται αυτός στην Κίνα και ντύνονται στο κέντρο της Αθήνας... βέεεβαια
:)
Κρέμεσαι λοιπόν απ΄το δένδρο της ζωής και αναρριχάσαι όπως η τροφοδοσία του καρπού απ΄τις ρίζες του, φωτοσυνθέτεις ή αποξεραίνεσαι, με τα κάλπικα φλουριά στα χέρια, και πετιέσαι στη φωτιά. Ζεις ή ψάχνεις στα ερείπια φωλιά, την τρανή ¨βασιλική¨ ποδιά που θυμίζει Gmail.

Κάποτε περιβλήθηκα μαύρο νυφικό επειδή αδυνατούσαν να συνομιλήσουν ηθικολογικά, κι έμεινα απένταρος με τα κουδούνια στον σβέρκο... αυτό μου έλεγε ουσιαστικά, ότι μόνο στην πράξη μπορείς να μη παραμιλάς

Και γεμίζει το στεφάνι
αρετή όποιος υφάνει
την ζωή του ευθυγραμμίσει
μόνο αν το επιθυμήσει,
με τα λόγια τα θερμά
που στην πράξη τα περνά
και το μέτωπο ορθώνει στα ουράνια

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

γιατί αγωνίζεσαι

Στις φλέβες που κυλάει η αντοχή σου
στους κροτάφους που δροσίζεται ο κόπος
στα έργα που κατέπιασες μονάχος
αγωνίζεσαι
το σώμα να πονά, το μυαλό να ξεχνά,
το πάτωμα να σκληραίνει
κι ο αέρας
Συντροφιά μια παιδική ζωγραφιά, φωτογραφίες, ένας σταυρός ή μια "εικόνα",
ό,τι προλαβαίνεις να θυμάσαι τον σκοπό σου της ζωής, να γιατρευτείς
χάνεις δυνάμεις, μήπως το ξέχασες;
ψάχνεις το νόημα, δεν εμποδίζεσαι;
ή παριστάνοντας τον αγά αγνοείς και το φέσι

"πάμε για εμφύλιο" σχολιάζουν, "για αλλόχνωτο ξεσηκωμό, για τρίτο παγκόσμιο, για την εξαθλίωση, για τον χαμό"
κι αγωνίζεσαι ν΄αφιερώσεις μια σου μέρα στον Θεό

στο ποτό, στο φαγητό, στον καπνό, στα "όργανα" και στην εικόνα
ν΄ανταπεξέλθεις
και πενθείς το κλάμα που σου στέρεψε, στον ιδρώτα που ξεράθηκε στα μάτια
Ό,τι σκέφτεσαι αγγίζεις
παραμιλάς κι ανοίγεις πόλεμο με υποθέσεις
εξαθλιώνεσαι
σαν μπετονιέρα που φτύνει βρώμικο νερό που σε τίποτα δεν στεριώνει,
και γυρνά
κι οδηγείς τον χαμό πάνω σε άρμα γιορτινό ως το λιμάνι της φωνής σου,
η λάμψη της αφήνει στάχτες και σοκολάτες πικρές για τα παιδιά,
δεν συχωρνά, θέλει τον κόσμο ν΄αλλάξει "ο κόσμος να χαλάσει"
κι αγωνίζεσαι
με ό,τι προλαβαίνεις να θυμάσαι
το γιατί

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

για την επανάσταση

Έμπνευση της συμφοράς
να ρουφήξεις τον αέρα της αφεντιάς σου, της πονηριάς, του χαλασμού
δεν ξέρω πού πάν΄ τα τέσσερα εγώ, κι ανακατεύομαι καθώς προσπαθώ να προχωρήσω, ν΄αντισταθώ, να σταματήσω

Στα στενά στεναχωριέμαι και στ΄ανοιχτά πλατιάζω, στα ψηλά σαν αιωρούμαι και στα ύπατα βουλιάζω σκηνώματα

''
Απορώ τι περιμένουμε για να επαναστήσουμε. Αλλά όχι τώρα, βγαίνει το καινούριο fifa. Και να μην ξεκινήσει με τίποτα Σάββατο, θα χάσουμε το ποτάκι.''

φερέφωνο της στυφότητάς μου γίνομαι, και το τραγούδι μου άγουρος καρπός προς το πλήθος. κρεμάζω τώρα και πανό απ΄των γερόντων τον αυχένα.
Το΄να μου χέρι ζητά, και τ΄άλλο κλέβει. το΄να πόδι βαρά προσοχή, και τ΄άλλο το χώμα. το΄να μάτι προσεύχεται στον Θεό, και τ΄άλλο καίγεται στο χαλί του αλλαντίν, στην όψη της μάνας που κλαίει τον θάνατο να επιστρέψει, στο φως της

τι με εμπνέει και γράφω τόσο άβολα;
η φόρα; το κιτρινόμαυρο στυλό, το χαρτί σαν φυλακή στραμμένη;
Τα λάθη μου αρχίζουν να έχουν φανερό αντίχτυπο, ακούω τον αντίλαλο απ΄τ΄ακουστικό και συλλογιέμαι την φωνή μου, πόσο ξεχάστηκα να αραδιάζω σαχλαμάρες, μια σάτυρα του εαυτού μου εγώ

''
Απορώ... για να επαναστήσουμε. Αλλά... με τίποτα''

γιατί να "παντρευτώ" αν θα σέρνω σκουπίδια για στολίδια
γιατί να ακουστώ στο κενό,
γιατί τον δικό μου ανδριάντα γεμάτο στρείδια στον βυθό να χρωματίσω;
κι απορώ...Αλλά όχι ακόμα