Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

περίπατο στον έλικα του βοός

 Στους πρόποδες της αναγέννησης ο κόσμος πολεμάει για ζωή. Αποστάζει μεγαλόπνοα οράματα ακριβά απ΄τα μάτια του, κι εξαργυρώνει τα πρότερα σίδερα του ασύλου του για τις προμήθειες του έτους. Αφοπλίζεται σαν αστακός.

 Κοίτα πώς διψάνε τα όρη, δες πώς παγώνουν οι σχισμές... ένας διαβάτης αναρριχήθηκε με τόλμη που διακρίνεται στην νύχτα. Δίχως χέρια και πόδια, για την ώρα, με τον φακό στο μέτωπο, περνά γοργά την δύση και πάλι πίσω σαν καταρράκτης, να ετοιμάσει την πρωινή μας διαδρομή. Κι εξαφανίζεται από΄να σύντομο δρομάκι στην πλαγιά.
Στην δρακόλιμνη που φτάσαν τα παιδιά τραβολογούν τον κόσμο όλο με μουσικές, εφόδια σαν πήραν, από κατάλυμα έως και όπλα αμυντικά, για να σταθούν στην κορυφή χαράματα, στον βωμό της να πάρουν εικόνες της κατηφόρας.
Κι ανηφορίζει ο κόσμος μεσ΄από πέτρες και ξύλα σκόρπια, να προφτάσει την πρώτη νιώτη σαν κοντοστέκεται.
Σηκώνει φλόγες για το βράδυ, μα στα τυφλά θα περπατήσει στο σκοτάδι το πρωί.
Στο χείλος προπορεύονται οι στιγμές, σημαδεύουν το μονοπάτι σώος να βρεις τον οδηγό τους με ταμπέλες κιτρινοκόκκινες αλλοιωμένες απ΄τα χρόνια.
Αυτός ο γάτος του παραμυθιού, δεν σταματά στην λίμνη, με την τρίχινη εδώ τάπα κατά τον μύθο, ούτε τελειώνουν τα βήματά του πίσω με χαρμόσυνες καμπάνες. Ο στολισμός του αρχίνησε, λοξοδρόμησε, να καταλήξει στις αγκάλες μας και να τραφεί το σμίγμα που τού΄χουμε πήξει.
 Στους πρόποδες της αναγέννησης, ο κόσμος πολεμάει για τροφή, στερεή. Κι όσο ψηλότερα την κρεμά, τόσο ψηλότερα θα πηδήξει, κι όσο ισχυρά την κρατά, τόσο ελεύθερα την αφήσει.

 Αναμνήσεις
αφού όσα μαθαίνεις από μικρός δεν σου τα αλλάζουνε απλά, κι αν σου σταθούν σαν μαθητής θα τους χαζέψεις, νοθεύουν πρώτα το κρασί με του θεάματος το γάλα καθώς ανδρώνεσαι, κι οδηγείς προς τον βωμό που σού΄χουν χτίσει να λατρευτείς. Ελπίζοντας ο κόσμος σε σένα που βλέπεις διαφορετικά, αφού όλοι οι άλλοι θα κοιτάζουνε ψηλά, ο φάρος της Βαβυλώνας όταν δεν έχει συννεφιές, κερδίζει καύμα, ενώ στα γόνατα η λάσπη θα έχει φτάσει, εκεί στο κέρας της παρωδίας
 Καλοκαιρινές μου διακοπές

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

3rd Atomic War

Λιγοστεύει ο άνθρωπος στον πόλεμο, μεγαλώνει στο μαρτύριο που αρχινά πριν σηκωθεί απ΄το σανίδι.

 Στης σάρκας του την σκληράδα ολισθαίνει ο ιδρώτας της ημέρας και οι σταγόνες του προσώπου του λιμνάζουν στο υπόστρωμα. Εμβατήρια θροϊζουν την μπουγάδα στο μπαλκόνι, και τα ξερόκλαδα σωρεύονται λοφίσκοι στην ταράτσα.
 Σαν ξεμακραίνουν οι ημέρες της ντροπής, αναπολείς στα περασμένα σαν τουρίστας στο θησείο. Γεμάτος νόημα της στιγμής αστράφτεις σαν το φλας της μηχανής ν΄αποτυπώνεις ό,τι καλλίτερο σε μαύρη πλάκα, στο φιλμ που σαν το είδε ο ήλιος ντράπηκε.
 Ευαίσθητες ψυχές, ευπρόσβλητες αγκαλιές, με μια ανάσα συγγνώμης, ευχάριστης προβολής, πίσω απ΄την οθόνη της σκηνής, μέσα στο φέρετρο της κοινής.
 Λιγοστεύει ο άνθρωπος μέσα στο θέατρο της ζωής, ο επι σκηνής αιθεροβάτης, ο διασκεδαστής. Στο πολύχρωμο τόξο που κρατά, τοξεύει την διασπορά του με καλώδια και στίγματα για κεραίες, ψηφίζει τους θεατές του σαν στασίδια κερκίδας να γίνει πομπός και δέκτης όσο μπορεί, διαπομπεύοντας τα ίδια.
 Και λιγοστεύουν τα ψηφία.
Διαβιβάζεται η εγκύκλιος απ΄τα έδρανα στα θρανία και ανθοφορεί η φασολιά χρυσά αυγά και όργανα φονικά, κύμβαλα χορδές φωνητικές να τρομάξουν τα περιστέρια που τους τσιμπάνε την σοδειά με τύψεις.
 Τον πόλεμο που κέντησε την μέρα η σκιά σιδερώνω μπροστά μου με ό,τι θυμάμαι, όσα φυλάω στο μπαούλο την καρδιά να εμφανίσω. Δεν θέλω να είμαι διπλός, διπρόσωπος εχθρικός, αλλ΄η ψυχή να νυμφευτεί το σώμα πριν πάρει διαζύγιο, να παραδεκτώ το άχρηστο του ψεύδους και την ωφέλεια του λάθους, να ειρηνεύσω.
 Και λιγοστεύει ο πόλεμος στον άνθρωπο.

Στην όαση χάθηκε ο πρώτος, ο δεύτερος έφερε την λύτρωση στην έρημο, και έκτοτε ο τρίτος πόλεμος επι σκηνής

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

τζάκι food, μη γένοιτο!

Αφορμή
αφορμή ξαφνική ξεσπιθίζει το πρωί η λογική αναμοχλεύοντας τα χρόνια,
βαθιές συνήθειες αιχμηρές, τόσο που αίσθηση γεννούσαν κορεσμού, αφομοίωσης μισθού ιδανικού αλλά της δίψας

Στον ακάλυπτο που χτίσανε τα σπίτια περιπλανιούνται το πρωί πάλι σπουργίτια,
και ακούγονται καρπούς να ψάχνουν πάνω, ή αν φωλιά οικονομήθηκε να στήσουν όταν οι γείτονες δεν βρίσκονται μπροστά τους
...κάποια απίθανα μυρμήγκια θα΄ρθουν πάλι να τα δω με μια μπάλα στο ντουβάρι,
κι αν κανένα στις σελίδες περπατήσει, μη και μείνει στο βιβλίο όταν κλείσει, θα΄ναι κρίμα
...και τις μύγες πού τις πάω; μάλλον βιάζομαι, ακόμα λίγο να ζεστάνει,
ν΄αρχίσουν κύκλους σιωπηλά να σχηματίζουν

Ξεφαντώνει η διακοπή να μου σπιλώνει το κεφάλι
δεν έχει σχέδια πολλά, δεν ήταν όλα αρκετά, πώς τώρα δίχως δρομολόγιο η μέρα...
ξεκουρδίζοντας τον χρόνο άλλη φορά ψάχνει του δείκτη,
η διακοπή μη χάσει κλικ και του ξεφύγει
Στους θορύβους της ημέρας ξενυχτάω,
άλλοι που τρέχουν να προφτάσουν, δεν μιλάω
ο αέρας μου φυσά, την μπαλκονόπορτα χτυπά, και τα φύλλα του βιβλίου μου σηκώνει
Φωλιά ακούω να΄χουν απ΄τον τόνο της φωνής τους,
θα΄ναι μικρά και δεν δουλεύουν την τροφή τους...
όταν στον χρόνο έχει ρυθμιστεί η φύση προσμένεις έκπληκτος κι εσένα να ωθήσει
η ζωή δίνει ζωή απ΄όπου παίρνει, αλλά δεν μιλάω για θάνατο,
διότι θα τον έδινε κιόλας ή θα ξέμενε

Επιστρέφω την ημέρα μου ν΄ανοίξω με ευχές
τα μυστήρια προσμένουν να εντρυφήσω
ίσως το σώμα μου ποτίσω μ΄άλλου αίμα,
το πιθάρι μη θελήσω σαν ένα τηγάνι τρούπιο όπου την ψυχή μου ψήσω
λες και κάστανο στο τζάκι!

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

εικόvεs ομιλiαs & στixοs φασμάτωv

                                                           στην μοναξιά
                               & στην φιλία