Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Σπιτάκια στην άμμο

Δεν έχω λόγο να κοιτάξω προς τα ξένα,
μα η ματιά μου όλο σκαλίζει την ζωή σου.
πέρασε μιας αναπνοής όλο το ψέμα,
και έριξα δίχτυα προς το μέρος της αβύσσου

Ακρογιαλιές γεμάτες φύκια και φωλιές, ρηγμένος στην άμμο ο ιδρώτας της παιδικής φιλοεργίας, και ο ήλιος στο βάθος να πλατιάζει, καθώς ψαρεύουν με καλάμι την μοναξιά τους.
Θηρεύουν το νόημα να τους συντροφεύσει μέχρι ο ήλιος να σταθεί καταμεσής,
οι φωνές των οχημάτων να σωπάσουν, και τα φρονήματα να στεγνώσουν στα οστά τους.
Στο νήμα που κρατούν στα δυο τους δάχτυλα προσμένουν τον κόσμον όλο.
προσεκτικά, αθόρυβα να βγεί στην αμμουδιά, μία μυστήρια ομορφιά να τους σαλέψει, ζωή αλλιώτικη

Καινή ζωή που δεν αντέχει να ζει πάνω στα βράχια,
μα μέσ΄ τις γούβες να κρυφτεί, να δροσιστεί γλυκιά πηγή,
που δυο παιδάκια έχουνε σκάψει με τα χέρια,
τους ιχθείς όλου του κόσμου να γνωρίσουν, να παίξουνε μαζί και ν΄αγαπήσουν

Και αφέθηκε να κοιτάζει την απέναντι όχθη.
Φωτάκια κρύα όπως κ΄η νύχτα, σε λίγο χάθηκαν μαζί όπως κι όλα στην αυγή.
Τώρα θυμήθηκε ν΄απελπιστεί, τώρα φωνές ψιλές, να ρίξει πάλι! κι όπως ξενύχτησε την μοναξιά ας ξημερώσει πάλι,
βγήκαν παιδιά για της καρδιάς του την ψαριά, να΄χει τον λόγο η μοναξιά,
και η ματιά του βάθος

Απρόσμενα ειρηνικά πλέον τινάζουν τα καλάμια,
λόγια ανταλλάζουν μορφαστικά,
και κοιτούν την πετονιά πώς κρυσταλλίζει