Δεν αφήνεται αέρας ν΄αναπνεύσω, το κεφάλι σαν βγάζω στον αφρό δεν προλαβαίνω. Όρνια τριγυρίζουν πάν΄από πτώματα που μυρίζουν, και κόβετ΄η πνοή στην νεκρική πομπή των ρευμάτων.
Bυθίζομαι, τον αφρό να μη φτάσω ούτε στο βλέμμα. Θ΄αντέξω, τα πνευμόνια ας μικρύνω και τα μάτια επίσης κλείσω ως της άβυσσο, που ίχνη δεν εισδύουν του φωτός.
Πουλημένος ο αφρός, κι αγορασμένος νεκροταφείο θίασος, ντυμένος στο χρώμα των χειλέων που άφρισαν στην επιθυμία ενός γλυκού.
Ξανθίζουν τα επιπλέοντα σκουπίδια και γυαλίζουν αλλοιωμένα απ΄την αρμύρα. Το πλοίο φάντασμα, η σωτήρια λέμβος, τ΄αποβάλλει και τα σπρώχνει, κατά την πλεύση του, να κυματίσουν, ενώ απ΄τα μεγάφωνα αναγγέλλει την ελπίδα, έχοντάς την το πλήθος μπροστά του.
Και βυθίζομαι σαν άγκυρα όσο φτάσω, και με τα χέρια να νικήσω την όποια άνωση, έως τα βράχια του βυθού ν΄αγκιστρωθώ και να κολλήσω σα στρείδι, ν΄αλλάξω την φύση μου.
Τι να ζητήσω εκεί ψηλά, τροφή, πνοή, ή ξαστεριά; μήπως στεριά, την επιπλέουσα φωλιά αρπακτικών που βόσκουν την πονηριά, ή την λαγνεία που αναμεταδίδουν οι σταθμοί μου; Στον αφρό η ζωή βυθίζεται, κραυγάζει τ΄αποφτερούγισμα της ψυχής της με ιαχές, ψεύτικες μνείες γι΄αναστολές.
Ηθικοσκοπία με κυάλι κελεύει στα σχολεία της, επιστημονική νεομαντεία, με λάβαρό της τα πορνεία και την αυτοκτονία που φτάνει στα θρανία των παιδιών της, στατιστικές πτυχία. Παραδουλεύτρα η ανεργία να καλλωπίζει τα νύχια της, και ο ορυκτός πλούτος για δαχτυλίδια και βραχιόλια κάτ΄από γάντια. Περίπατο κάνουν οι τρίχες της κεφαλής της, τα σκυλιά σαν βγάζουν βόλτα, και τα παιδιά τους να σωκλείνουν για ΗD & dΒ, ζωή απόλαυση, χλιδή που υπογράφουν με βελόνα στην καρδιά τους και μετάλλια στο στήθος...
Σώνεται το χαρτί που γράφω και το μελάνι που το κηλιδώνει, κι αναπνοή δεν μπορώ να πάρω μη δακρύσω από την κάπνα.
Και μου σώνεται η ανάσα, αλλά μικραίνει όσο μικραίνει ο πνεύμονας και όσο ελέγχεται η ποιότητά της. Κλείνουν τους πόρους τα σκουπίδια και παρακάμπτει το αίμα, στην επιταγή της σωτηρίας οξυγόνο νά΄ρθει πάση θυσία. Μαραίνονται οι θύλακες να μη νεκρώσει το σώμα, και τόσο μικραίνει, όσο το άκουσμα του "ζεύγους πνευμόνων" το στεγνώνει, όσο ο μονόκερος μεταμορφώνεται σε δικέρατο θηρίο, να χάσει την ισχύ του παντελώς.
Όταν οι καμπάνες θα σιγήσουν το πένθος ν΄αναστηθεί το μένος, η καρδιά θα αντλήσει καθάριο αίμα απ΄την αποστροφή στο τέρμα του βυθού που θά΄χει φτάσει, όταν αλλάξει η φύση της.
Η αφρογέννητη ντροπή, στεριωμένη στην αποχαύνωση στην απελπισία και μεσ΄τον τύφο, θά΄χει βουρκώσει μάτια, άλλα θα κλάψουν από ζημιά κι άλλα από επίγνωση, άλλα θα καίγονται από χαρά κι άλλα θα δουν το θανατηφόρο έμβλημα της ισοπέδωσης.
"Υποζύγια μη βάλεις διαφορετικά" έγραφε ένας γέρος, και "άσ΄τα να τρώνε στην δουλειά τους" ειπώθηκε θεϊκά. Τώρα, σαν τους φαίνεται πως δυο ανήμερα απ΄αυτά θα μπορέσουν να κρατήσουν τον ζυγό, αλλ΄ίσως αυτό και να ζητείται, όταν αποτιναχτεί ο παλιός κι απ΄το άλλο, να΄βρουν ανθεκτικότερο, με βία να μετρήσουν όλο τον τόπο, αλλά, όπως έφτασε ένας σύγχρονος στ΄αφτί μου, το "βασίλειο ιεράτευμα" δεν είναι ένας, αλλά, σ΄αυτό, ο κάθε ένας, της σειράς του πρώτου και μοναδικού που ζύγιασε και τον ζυγό της δικαιοσύνης.
Μπορεί και σ΄όλους να περάσουν την θηλιά, αλλ΄ αφορμή θά΄ναι μονάχα, προς τα άνω, να αλλάξουν την φύση την θνητή που σαν θυμίαμα θα΄νέβει, και όχι... σαν τζίνι
