Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

hesperia doli

Περιμένοντας το ξάνθισμα της μέρας με το δικό μου, ανυπομονώ τις σκέψεις μου να βρω μπροστά μου στολισμένες με τα χρώματα της φύσης. Χτενισμένες όπως θέλει και ο άνεμος, δροσερές όπως η βροχή.
Καλός ο καιρός, ακόμα κι όταν πέφτουν έξω τα μηχανήματα, κι όταν ψιθυρίζουν ταραχές στα γεγονότα...
Ένας θάνατος κοντά κι άλλος ένας, πέντε αργοί κι ένας καθυστερημένος.
Βιάζομαι μη δω την άλλη γη, γιατί πώς θα΄ναι, σαν αυτή που θέλω να ελπίζω; Κιτρινίζει στο χαρτί το άσπρο, κ΄οι γραμμές του κυματίζουν σαν τα φίδια μεσ΄την άμμο, τι θα αναδειχθεί. Ποια υποταγή και ποια κραιπάλη σε χρώματα γκρι...
Όμως δεν ξεκίνησα και σήμερα έτσι, γεμάτος όρεξη κι ελπίδα να την αυξήσω.
Γίνομαι περισσότερο πραγματικός κοιτώντας λιγότερο στον καθρέφτη, αλλά λέγεται κοινωνικότητα. Πώς να περιθωριοποιήσεις τις λέξεις για να βρεις το υπόβαθρό τους; Πίσω, κενό, πληθώρα διαστάσεων, πώς να το πεις πραγματικό και κοινωνία; μα θα΄χει κάποιο νόημα.

Χειμωνιάζει και τυλίγομαι σαν σαρδέλα ριγωτή. Καινούργιες προσπάθειες και με άλλες βλέψεις, ελπίδες που δεν σε κρυώνουν με μια ματιά, κ΄υπομονή από όση κούραση και κατήφεια αποκόμισες. Ζεις όπως μπορείς και να ζεις ακόμα, ακόμα κρατείς μια φιλία στα όνειρα και στα χέρια...
Ένας θάνατος κοντά κι άλλος ένας
Βροχή που δροσίζει και ψυχραίνει, ο ήλιος το πρωί
Λίγο χρώμα απ΄την αυγή, και μορφές απ΄τ΄αστέρια

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Μαχούλα βουβή & αθηναία

Καθώς η φωνή ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια, βρίσκω λίγο τόπο. Τ΄ακούσματα ακόμα γεννάνε τις μιμήσεις τους, αλλά βουβά, κι έτσι αποτραβιέμαι σε άλλες φωνές. Γυναίκες που δεν τραγουδώ μαζί τους, παιδιά που γελάνε από μακριά...
Γυρίζω λίγο σε εποχή στρατού, με το συγγνώμη και το ευχαριστώ που περίμενε να εκφραστεί στα έργα, και σιωπηρά αφήνω τα υπόλοιπα να τρέξουν για μένα, οι αναμνήσεις μέχρι τώρα από τότε.
Μια φυλακή δίχως δόντια το μυαλό που δεν περιμένει ν΄ανοίξω το στόμα για ν΄απαντήσει όπως του ταίριαζε.
Σαύρες σε κίνηση καρέ καρέ το μεσημέρι, και δίπλα τους το βυτιοφόρο με μια λίμνη κοιλιά και πέτρες. Μικρόκοσμος λένε, κοινωνία στο ποτήρι, διαβασμένο από χάλκινα χείλη που κροταλίζουν στην τν. Κόσμος, ο τελευταίος, φάντασμα, και ιδανικός να εκδηλώσεις την ατολμία σου. Πώς αλλιώς θα κάθεσαι ν΄ακούς αν δεν το βουλώνεις; και πώς θα ζητάς απάντηση, αφού αφτιά είναι μόνο οι κεραίες;
Δεν ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος.. Δεν είναι η αγάπη σκάρτη, ούτε αγκαθωτό, ή λάσπη. Είναι ό,τι είναι και τα επιπλέον τα περιτυλίγεις με σάλιο και αίμα. Πράξεις που πριν σε γεμίσουν αμφιβολία τις έχεις προλάβει, και το αντίστροφο, και δεν μιλάω ευθέως τώρα γι΄αυτήν.
"Αναπαραστάσεις" και "διακρίσεις".. εισβάλλουν οι δεύτερες να πνίξουν στην ποικιλία και φλυαρία τις άλλες. Γιορτάζεις αν αγνοείς και παραδέχεσαι, όταν η ακρίβεια και το βάθος δεν σου γυαλίζει την επιφάνεια. Τι μένει στο χαρτί ύστερα; αυτό που κατανοείς και υποστηρίζεις, το ότι γνωρίζεις και να διδάξεις ακόμα γι΄αυτά. Η ειλικρίνεια, που κάνει φανερή την προσποίηση στα χείλη, τα μάτια.
Μάχη μικρή για μάχη μεγάλη.

Meiosis

Το παρελθόν φαίνεται στέρεο σαν χειροπιαστό μπροστά στο μέλλον.
Ονειρεύτηκα άλλοτε αυτό που βλέπω αν πλησιάζω τώρα, και παρασύρομαι σ΄εκείνη την εικόνα να μοιάσω ή να την παραγράψω. Τεστάκια μυστήρια που αποκαλύπτουν την άποψή σου για την απαρχή την μέση και το τέλος σε γενικές γραμμές, έξυπνα ή και παιδικά που δεν γνωρίζω αν επαληθεύονται κάπως, μου προσθέτουν χρώμα στις καθαυτές παλιές σκέψεις... Ξέρεις πώς γίνεται, ψάχνεις τον πρώτο στόχο να επανακαθορίσεις τον τωρινό.
"Κι αν φύγω για έξω... κι αν ανέβω σε σκηνή;"..
φοβερότερο φαίνεται μια νεκρή σχέση παρά κάποιο μεγαλύτερο ζωνάρι, εξώτερο. Αν βέβαια δεν κλονίζονταν ο πυρήνας και η μεμβράνη του ήταν λειτουργική, η επικοινωνία θα ήταν αβίαστη και παραγωγική. Βάλε όμως ένα κύτταρο δίπλα σε άλλο να αναστρέψουν την διαδικασία, ή βρες πώς δεν θα καταρρεύσει ο πυρήνας λόγω διαφοράς πίεσης σαν σταφίδα.
Μια βόλτα απ΄την αγορά και βλέπεις, κουλουριασμένα εγώ κι απελευθερωμένα σκέλη... Ισοπεδώνω όντως κάποια πράγματα, αλλά έτσι φτάνω για να μιλήσω για τα άκρα.
Σαν να έχουν όλοι το ίδιο ποδήλατο να οδηγήσουν για να βαθμολογηθούν, κι όσοι κάνουν και νούμερα, έχουν μπόνους. Με άλλα λόγια, να μαθαίνεις πώς να ευχαριστιέσαι το φαρμάκι περισσότερο... Κι απ΄την άλλη, όπως μικραίνουν τα γράμματα όχι λόγω συντομίας, ντύνεσαι μέσα στα ρούχα σου σκοτάδια, κρύβεσαι στα μάτια του δρόμου, απ΄τα καθίσματα και τις βιτρίνες. Ναι, γίνομαι μικρός στα θηρία μάτια που μου κρύβουν λίγο απ΄το φως που δεν κοίταξα.
Βλεφαρίζω στον χρόνο, παίζω μια νότα και σιγοβραχνιάζω.
Πιο επιθετική δεν είν΄η ώρα. Σιωπηλά επιτίθεσαι νεκρώνοντας αισθήματα, επιβάλλεσαι πρώτα σ΄εσένα για να μη χτυπήσει επίκαιρα η συνείδηση και ντροπιαστείς. Για μετά, υπάρχουν και χάπια να κοιμηθείς. Μα πώς, ως καρδιοκατακτητής, να αντιταχτείς στα σπλάχνα που πεινάνε;
Το ίδιο παθαίνουν και τα μάτια ως φύλακας κορυφής που παρασύρεται απ΄τα έξω, και απομένει ζητιάνος έξω απ΄την πόρτα.
...

Σεπτέμβρης

Στα χείλη έρχεται μια αλήθεια και στάζει στο πουκάμισο,
αφήνει σημάδι καθώς πέφτοντας σταματάει
Τα χνάρια της, που ακολουθούν τα μάτια μου όταν κοιτάζω και ψάχνω,
τα βρίσκω όπου δεν μπορούσα να δω παλιότερα που δεν αναζητούσα, παίζοντας κρυφτό σε δωμάτιο χωρίς φώτα...
Και τα περπάτησα τραβώντας την γραβάτα έως πού φτάνουν.
Νόμισα πως θα έμενε πάνω μου, έστω κάπου στα παπούτσια ίσως..
 
 
Η ώρα περασμένη που σου γράφω, να κυλάει το στυλό πάνω στο φύλλο
 Φιλία
σαν κοιτάζω από παράθυρο χνωτισμένο απ΄τη ζέστα.
μου έλειψε το τζάκι, κι η ομιλία του κατά βάθος. Να φτιάχνω κώνους το χαρτί για καμινάδες που στο τέλος να βγάλει φλόγα, και να περιμένω πόσο μακριά θα φτάσει...
Αλλάζει η εποχή και με σκουντάει στον ώμο να γυρίσω πλάτη σε κάτι που κάνω και είμαι.
Τι κάνω; Απρόβλεπτη όπως θέλει η ζωή, αφού μοιάζει πως την πειράζουν πολλοί...
Κι άλλοι τόσοι βέβαια που εμβαθύνουν στο μεταξύ ή στην ψυχή να φτάσουν στο φεγγάρι, ετερόφωτο να στολίζει τον ουρανό που ποτέ δεν φτάνουν με τα χέρια δίχως να τινάξουνε τα πόδια στον αέρα να πετάξουν...
 Ανάμνηση
πετάει χαρούμενη στον αέρα και χορεύει στα γιορτινά λευκά ανεβαίνοντας στα όρη τα χιονισμένα
Στους κήπους της ατέρμονης χαράς, στα νούφαρα που καθίζουν όλο το χνώτο και την μιλιά, τον τόπο που ονειρεύτηκα νωρίς να αγαπήσω
Μη συναντήσω πριν σου μιλήσω ανοιχτά γι΄αυτά
Δεν είναι πλούσια συντροφιά, μάλλον κουρτίνα, που όσο ξένη μου μοιάσει, τόσο θ΄ανοίξω να δω αν συνεχίσω...
ο νους μου στα χέρια και δεν προχωρώ.
αν σου χαλάσω την καρδιά μη δίνεις σημασία,
τυχάρπαστη η νύχτα...
Βιάζομαι να σταθώ στο περβάζι, εκεί που τα φύλλα χνωτίζουν και πέφτουνε πάλι

φθινόπωρο

Φθινόπωρο της παραδοχής, της ανάγκης και κατανόησης, της αλλαγής και μιας άλλης προσμονής
πώς οι βροχές σου δροσίζουν τα μαλλιά στις σκοτεινές σου μέρες.
από την λάβα ξεκινάς της επιθυμίας να φέρεις την κρούστα της, τουλάχιστον, στα φώτα
Διακοπές και γιορτές το καθιστούν μεσάζοντα διαβιβαστή κι όχι αρχινιστή όπως ταιριάζει,
η φθίση του αφήνεται πριν και οι πόροι για μετά, να μείνει γυμνό από περηφάνια
Μια γέννα στον χειμώνα κι ένας θάνατος το καλοκαίρι, μια ταφή την άνοιξη κι ένα λάβαρο το φθινόπωρο
ο χρόνος ο απαρερμήνευτος έστρεψε το γράμμα του όπως κλίνουμε το κεφάλι μας απ΄το βάρος,
κι η ρότα πρόσφερε την άλλη της φορά