Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Σεπτέμβρης

Στα χείλη έρχεται μια αλήθεια και στάζει στο πουκάμισο,
αφήνει σημάδι καθώς πέφτοντας σταματάει
Τα χνάρια της, που ακολουθούν τα μάτια μου όταν κοιτάζω και ψάχνω,
τα βρίσκω όπου δεν μπορούσα να δω παλιότερα που δεν αναζητούσα, παίζοντας κρυφτό σε δωμάτιο χωρίς φώτα...
Και τα περπάτησα τραβώντας την γραβάτα έως πού φτάνουν.
Νόμισα πως θα έμενε πάνω μου, έστω κάπου στα παπούτσια ίσως..
 
 
Η ώρα περασμένη που σου γράφω, να κυλάει το στυλό πάνω στο φύλλο
 Φιλία
σαν κοιτάζω από παράθυρο χνωτισμένο απ΄τη ζέστα.
μου έλειψε το τζάκι, κι η ομιλία του κατά βάθος. Να φτιάχνω κώνους το χαρτί για καμινάδες που στο τέλος να βγάλει φλόγα, και να περιμένω πόσο μακριά θα φτάσει...
Αλλάζει η εποχή και με σκουντάει στον ώμο να γυρίσω πλάτη σε κάτι που κάνω και είμαι.
Τι κάνω; Απρόβλεπτη όπως θέλει η ζωή, αφού μοιάζει πως την πειράζουν πολλοί...
Κι άλλοι τόσοι βέβαια που εμβαθύνουν στο μεταξύ ή στην ψυχή να φτάσουν στο φεγγάρι, ετερόφωτο να στολίζει τον ουρανό που ποτέ δεν φτάνουν με τα χέρια δίχως να τινάξουνε τα πόδια στον αέρα να πετάξουν...
 Ανάμνηση
πετάει χαρούμενη στον αέρα και χορεύει στα γιορτινά λευκά ανεβαίνοντας στα όρη τα χιονισμένα
Στους κήπους της ατέρμονης χαράς, στα νούφαρα που καθίζουν όλο το χνώτο και την μιλιά, τον τόπο που ονειρεύτηκα νωρίς να αγαπήσω
Μη συναντήσω πριν σου μιλήσω ανοιχτά γι΄αυτά
Δεν είναι πλούσια συντροφιά, μάλλον κουρτίνα, που όσο ξένη μου μοιάσει, τόσο θ΄ανοίξω να δω αν συνεχίσω...
ο νους μου στα χέρια και δεν προχωρώ.
αν σου χαλάσω την καρδιά μη δίνεις σημασία,
τυχάρπαστη η νύχτα...
Βιάζομαι να σταθώ στο περβάζι, εκεί που τα φύλλα χνωτίζουν και πέφτουνε πάλι