Μαχούλα βουβή & αθηναία
Καθώς η φωνή ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια, βρίσκω λίγο τόπο. Τ΄ακούσματα ακόμα γεννάνε τις μιμήσεις τους, αλλά βουβά, κι έτσι αποτραβιέμαι σε άλλες φωνές. Γυναίκες που δεν τραγουδώ μαζί τους, παιδιά που γελάνε από μακριά...
Γυρίζω λίγο σε εποχή στρατού, με το συγγνώμη και το ευχαριστώ που περίμενε να εκφραστεί στα έργα, και σιωπηρά αφήνω τα υπόλοιπα να τρέξουν για μένα, οι αναμνήσεις μέχρι τώρα από τότε.
Μια φυλακή δίχως δόντια το μυαλό που δεν περιμένει ν΄ανοίξω το στόμα για ν΄απαντήσει όπως του ταίριαζε.
Σαύρες σε κίνηση καρέ καρέ το μεσημέρι, και δίπλα τους το βυτιοφόρο με μια λίμνη κοιλιά και πέτρες. Μικρόκοσμος λένε, κοινωνία στο ποτήρι, διαβασμένο από χάλκινα χείλη που κροταλίζουν στην τν. Κόσμος, ο τελευταίος, φάντασμα, και ιδανικός να εκδηλώσεις την ατολμία σου. Πώς αλλιώς θα κάθεσαι ν΄ακούς αν δεν το βουλώνεις; και πώς θα ζητάς απάντηση, αφού αφτιά είναι μόνο οι κεραίες;
Δεν ντρέπεσαι που είσαι άνθρωπος.. Δεν είναι η αγάπη σκάρτη, ούτε αγκαθωτό, ή λάσπη. Είναι ό,τι είναι και τα επιπλέον τα περιτυλίγεις με σάλιο και αίμα. Πράξεις που πριν σε γεμίσουν αμφιβολία τις έχεις προλάβει, και το αντίστροφο, και δεν μιλάω ευθέως τώρα γι΄αυτήν.
"Αναπαραστάσεις" και "διακρίσεις".. εισβάλλουν οι δεύτερες να πνίξουν στην ποικιλία και φλυαρία τις άλλες. Γιορτάζεις αν αγνοείς και παραδέχεσαι, όταν η ακρίβεια και το βάθος δεν σου γυαλίζει την επιφάνεια. Τι μένει στο χαρτί ύστερα; αυτό που κατανοείς και υποστηρίζεις, το ότι γνωρίζεις και να διδάξεις ακόμα γι΄αυτά. Η ειλικρίνεια, που κάνει φανερή την προσποίηση στα χείλη, τα μάτια.
Μάχη μικρή για μάχη μεγάλη.