Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013
Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013
ισόβιος άνεμος
Αρχίζω να μαθαίνω στις εκπτώσεις (την φωνή σου)
για το μόνο που έχεις σιγουριά να μιλάς είναι το ψέμα...
τα δάκρυα δεν αποσπώνται πλέον, κι απορώ αν παριστάνω τον τρελό
σημειώσεις
αναδρομές συμπτώσεις
να μπορούσα κι εγώ...γιατί εγώ...γιατί όχι κι εγώ; γυρίζω
σαν τα χιόνια οι προσμονές, σαν κυριακάτικα ρεπό, και σαν τα χρόνιαγια το μόνο που έχεις σιγουριά να μιλάς είναι το ψέμα...
τα δάκρυα δεν αποσπώνται πλέον, κι απορώ αν παριστάνω τον τρελό
σημειώσεις
αναδρομές συμπτώσεις
να μπορούσα κι εγώ...γιατί εγώ...γιατί όχι κι εγώ; γυρίζω
περνάν τόσο αργά που τα ξεχνάς, δύσκολα αγνωμάτιστα και νεκρά που αφήνεις πίσω μη θυμάσαι
εσύ πώς τα πέρασες εχθές;
η μεγαλύτερη παρηγοριά στην μοναξιά ότι ο εχθρός δεν σου ξεφεύγει πια
Ξεχύνεται ο νους, συνδράμει, δεν βολεύεται όσο η καρδιά του στέλνει αίμα,
κι αυτή αντιχτυπά, δεν ξεθυμαίνει,
τα πλευρικά ταρακουνά σαν μεθυσμένος ισοβίτης
γεννάει φάσματα πολλά που ζωγραφίζει με κιμωλία η νόα πάνω στα νεύρα της
σωπαίνει στην ηρεμία, όταν λιμνάζουν τα νερά και τα βλέφαρά της ξύλινα σαν τα θρανία στοιβάζονται
περιπτώσεις ατρηρές
τρέχει ο νους εδώ κι εκεί, γιατί η καρδιά μένει κλειδαμπαρωμένη
Αρχίζω και θυμάμαι πως ξεχνάω...
γράμμα γράμμα συλλαβίζω τ΄όνομά μου να χαράξω μιαν αρχή μεσ΄το μυαλό μου
Στην ρευστή μου πολυθρόνα κατακάθομαι σαν βράχος, και αφήνομαι στην αντικρινή αφηρημένη αφίσα να με λαξεύσει
Στα όνειρα περπάτησα εχθές, πάνω σε αόρατες φουσκάλες των χεριών μου, τα έργα μου ξεσκάλιζα μέχρι τις ρίζες γιατί δεν είδα καρπό κρεμάμενο και ανησύχησα
Αρχίζω και θυμάμαι πώς με φώναζαν εχθές, κ΄οι σημερινές φωνές ξεπετάγονται διπλάσιες χοντροκομμένες κι αιχμηρές όσο αντέχω
Καθώς αναζητούσα στα σκουπίδια τα παιδικά μου παιχνίδια, βιβλία φιλολογικά, ένα ξεχώρισα παραδίπλα, με σκουριασμένες χορδές κι ελατήρια. στα πόδια μου το στήριξα και ξεχάστηκα σχεδόν απ΄τις κραυγές των κυμάτων, απ΄τα γύρω
επικεντρώθηκα στην αφίσα μου και πλέχτηκα σαν κόπανος, δεξιοτεχνικά. δεν με άφησε ο καιρός να μείνω μοναχός και στέγνωσα μη τρεμοπαίζει η εικόνα, μελετώντας τις λεπτομέρειές μου σαν παραμύθι
δεν ανατρίχιαζα πια και δεν παραμιλούσα, μόνο τα μάτια μου κρατούσα ανοιχτά κατά συνήθεια
Κι αυτές τώρα στο σήμερα μου γίνονται φωνές, να εξετάσω λεπτομέρειες κάποιων άλλων για το αντίτιμο της φθοράς και της συμβίωσης, το πρόστιμο του κοινού συμφέροντος και της προσφοράς αντίστοιχα
πάνω που κοιτάζω, με τραβάς απ΄το χέρι χαμηλά
κάτω βλέπε μη ξεχάσεις τ΄όνομά σου! ψυθιρίζεις
τόσο που να πλεχτεί στην πνοή μου η φωνή σου
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)