Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ευκαιρία μου εσύ

Προετοιμάζω το έδαφος της συγγραφής,
Αγάπη για ν΄αγαπηθείς, πίστη πως θα φτάσει ως εσένα η καρδιά μου, ελπίδα,
ένα τέχνασμα ευκαιρία να αλλάξω`

 πιο εύκολα αγαπάς τον διπλανό σου απ΄τον δικό σου εαυτό, μου μοιάζει να συμβαίνει, διαπερνώντας τα εμπόδια της εγωπαθούς αυταρέσκειας και κακεντρέχειας με την λεπτότητα της κριτικής σου.
Όταν βαραίνει το πνεύμα, στοιβάζοντας πταίσμα στην κάθε σπιθαμή σου και στεφάνια δοξασίας στην κάθε αναπνοή σου, "τονίζονται" τα άκρα, αλλά το βάρος προς τα τάρταρα σε σπρώχνει και σε κανέναν αιθέρα. Ταραχή προσθέτεις και βρωμερό αέρα να αναπνέεις στα όρη της υπεροψίας τα άγονα.
Θαμπώνοντας το βλέμμα σου στο θέαμα της σήψης που ήρθε στα μάτια σου, δεν αυτοκαταριέσαι, αλλά πατάς στον πάτο σου ντροπιασμένος` ενώ, ταπεινώνοντας το ύψος σου δεχόμενος στεφάνι της αρετής σου, υποχωρείς στο μεγαλείο της χάρης. Δεν την βυθίζεις, δεν την υψώνεις την ζωή σου, αλλά στεριώνεται στα όρια που ζητάς.

(βέβαια, μάθημα γεωγραφίας δεν προσφέρει ο μαθητής, μόνο "αδιάβαστος" να μείνει αποφεύγει)
Όπως λέγαν λοιπόν κ οι παλιοί, ενίσχυε αμέσως την μεσότητα ("το μέτρο είναι άριστο" και όχι μέτριο)` παρόμοια και εδώ, επέτρεψε να ενισχυθείς υπέρμετρα στην μετριότητά σου.
Εξάλλου γιατί να κατηγορήσεις τον γεννημένο τυφλό ως αυτόχειρα; διότι η πρώτη πρόταση ατελής όμως αθώα, αν ζητά αλλά δεν βρίσκει, ενώ "ακέφαλη" δεν μένει όσο επιμένει να ευσταθεί. Όσο δηλ. επιλέγεις να ενισχυθείς, δεν ψάχνεις το από πού, αλλά το πότε θα τα δεχτείς, και δεν παραλογίζεσαι περιμένοντας τα πάντα από σένα ώστε "ακέφαλος"...


επιστρέφοντας στο θέμα, πιο εύκολο μου μοιάζει να αγαπάς απ΄το να αυτοαγαπιέσαι, όπως πιο εύκολα συγχωρείς τον άλλον και επαινείς. Διότι ακόμα και δόλια να είναι τα κίνητρά σου, όταν κολακεύεις ή συμνοτυφείς, το στόμα σου και γενικά τα έργα σου σε "αποστομώνουν" μπροστά σε ειλικρινή απόκριση και μπροστά σε υποκρισία σε αηδιάζουν. Σε εκθέτουν, βγαίνουν στο φως να τ΄αντικρίσεις, η κακία στρέφεται προς άλλον και βγήκε απ΄την φωλιά της!..
 ευκαιρία λοιπόν να ξεριζωθεί ο σπόρος απ΄τα κλωνάρια του, διότι από κάπου ξεκινάς να πάρεις φόρα, φόρα κατηφόρα, να στηριχτείς στο δάπεδο και να τραβήξεις πάνω, ό,τι αβυσσαλέο, φύσει κρύβεται, τολμά να σκάσει μύτη.. 

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

ρόχθος

Στο χείλος του γκρεμού γυρίζω πίσω και παίρνω φόρα,
ξέρω πως στέρεα θα πατώ στην κατηφόρα,
 γιατί μπορώ, γιατί πιστεύω σε μένα!

Στον λαβύρινθο περπάτησα με φώτα,
και βγήκα αλώβητος ανοίγοντας την πόρτα,
 στην έξοδο περίμενε η αγάπη

Έπλευσα όπου με πήγε ο άνεμος, πάν' από ύφαλους μέσ' από δίνες
Άγρια κύματα δεν είδα, προσαράζοντας σε κάθε σκόπελο που βρήκα
Μακριά μου τόσο μακριά, ανεμοστρόβιλοι θερίζαν πειρατές για τα θηρία

..όμως δεν βγήκα.

Στην παράβυσσο με έσυρε το κύμα,
λίγο η άγνοια λίγ' ο θυμός κ' η υπερηφάνεια
Με οδήγησε στον βυθό της απελπισίας,
 λάφυρο δαιμόνων, βορά κοιλίας

Στον λαβύρινθο του νου δεν μπήκα ξύπνιος,
έσερνα είδωλα νεκρά, στάχτες για ξύλα στην φωτιά
Είδα να φέγγει το δωμάτιο που μπήκα άπλετο φως,
καθάριο πλούσιο ζωντανό δικό μου είπα!

..όμως δεν βρήκα.

Τώρα στον "θάλαμο εννέα" να βάζω πλώρη,
άσβεστο φάρο την αυγή ν' ακολουθήσω


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ηλιοβασίλεμα

Προσπαθώντας να ζεστάνω την εικόνα του θεάματος, ακούω κραυγές,
χαρές ή στεναχώρια δεν νομίζω, μόνο φωνές δυνατές απαντώντας στο κοίταγμά μου

παρατηρώ να δω οικεία το έργο που παίζει και οι ήρωές μου επί σκηνής βουβοί να τραγουδούν τα λόγια μου, στα αγαπημένα χρώματα να κινούνται όπως θέλω, και τα καταφέρνω, σαν πλάθω τον κόσμο μου

Πλέον βαδίζω, απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σε τοιχογραφημένο σκηνικό με φανταστικές παράπλευρα φιγούρες και δύο πόρτες αντίκρυ να φωτίζουν.
σε τούνελ μοιάζει μάλλον, ή σε σπηλιά που μέσα κρύβεις τα θηρία, ενώ στο πλάι να χαζεύεις ιστορία, εφηβική τυπολατρεία ή κάτι τέτοιο

Τον ιδρώτα μου σκουπίζω και τα πόδια μου στηρίζω σαν δρόμο να βαδίσω την αρένα, και ηρωικά να προβάλω την στολή μου μεσ΄το αίμα,
πάλι σκότωσα τον αδελφό μου για να ζήσω

Σαν σκοτάδι ζω το φως κι ας νομίζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς για ό,τι πέρασε, αμφιβολίες ενοχές οφειλές, λες μετάνοιες για μένα μην υπάρχουν...
και στο βάθος, πολύ βάθος, χειρολαιμοπόδαρα δεμένος να φοβερίζεις φοβέρα,
να χειροκροτήσεις τον δόλιο σκοτωμό που πλήρωσες να δεις το αίμα σου στα χέρια, και ψιχαλίζεσαι πιτσιλιές τάχα απ΄ουρανό και όχι απ΄τον θεατρικό απόπατο της ψυχής σου

έτσι σαν ζωντανό δεμένο σε πάσσαλο, διασχίζεις τα πέρατα της φαντασίας σου ελεύθερα, και τον αντίλαλο της κραυγής σου ακούς ταράζοντας την λογική σου απ΄τις επευφημίες.
εσύ κοινό και παλαιστής, εσύ θηρίο και αυτοκράτορας στην αρένα της ζωής που κουβαλά τον θρόνο του βρυχώντας πόνο πριν σκορπιστεί

Κάπως έτσι κι εγώ παίζω τον θεό, κρατώ τον ουρανό γαλάζιο, στάλα να μη πέσει στο οργωμένο χώμα του σταδίου, πριν την δύση