Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

μαύρη μαυρίλα πλάκωσε

νέφος να περνά μπροστά απ' τα μάτια σου
και τα βλέφαρα να σέρνουνε σκιές καθώς γυρίζεις,
αγονία να μαστίζει το χώμα σου
με τα πόδια σου ριγμένα στο ποτάμι πριν ξυπνήσεις.

νανούρισμα ορφανό με σκουριασμένη κιθάρα
και ρούχο υγρό της υγρασίας το πνεύμα,
σε βάλτο έχεις απλώσει τον χιτώνα σου να θησαυρίσεις πέτρες
και το σώμα σου γυμνό των κουνουπιών η θήρα,
διψά η γλώσσα διψά και το μάτι,
αστράφτει ο βυθός αστράφτει και ο ουρανός,
και ο ιδρώτας κατεβαίνει σαν ποτάμι.

βροχή να βρέξει ο ουρανός να σηκώσεις κεφάλι
να σε ποτίσει όξινο νερό να δροσιστείς και πάλι
να δουλεύσεις μόνος και την νυχτιά που δεν δουλεύουν άλλοι
έργο δικό σου αγαθό, μα τι θαρρείς πως βλέπεις.

η νύχτα γνέθει τον δικό της πυκνό ιστό με τ' άστρα.
τον ήλιο σκότισε, θαρρείς, με ολόιδια φτιασίδια,
και το νυχτοκρέβατο σου έστρωσε η ίδια να ξεκουραστείς.
μα επιτέλους, ο ήλιος της θεοσκότεινος που σε κινά τη μέρα