Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

ηπειρωτικό

στα ηπειρωτικά

εκεί ψηλά
όπου βαστάει σύγνεφα
κρυσταλλικά γλυκά κατηφορίζουν τα νερά έως το πέλαγος
κόπτονται οι πίκρες τους
προτού ροδίσουν στα πλατάνια με πηγές,
όψονται ψηλά στα πρωτοχιόνια, κ΄ύστερα ξετρυπώνουν έως τα έλατα
πράσινα χλοερά κλαδάκια

η σιωπή τους δεν χαρίζεται με ήχους

εκεί όπου ο αέρας ρεμβάζει επάνω στις ράχες
και χαϊδεύει των προβάτων τα λευκά
κλώθω της θύμησης τον χάρτη,
στις φορεσιές κεντάω σήμαντρα χρυσά γαλβανωμένα, για τον χορό που οδηγεί
ως το ξωκλήσι

του αηλιά

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

στην πρέσσα, & τα 12 καλοκαίρια

Το πρώτο μου δώρο δεν το χάρισα ποτέ. το έφτιαξα με σπιτικά στοιχεία στο υπόγειο, έβαλα όση φαντασία αβίαστα βρήκα να σχηματίσω την πρώτη ιδέα... αλλά το κράτησα για μένα.
το κρέμασα στο κέντρο του πατρικού μου δωματίου, προσθέτοντας χάλκινο γράμμα παρακάτω με κλωστή, και σκαρφίστηκα μιαν ιστορία να το περιστρέφει κάτ΄απ΄τη λάμπα

Το δεύτερο δώρο και πρώτο που χάρισα, ήταν το ίδιο με άλλα υλικά, κι όχι μόνο σπιτικά. κορνίζα με πέταλα... αλλά ο χρόνος είχε παρέλθει της στιγμής. ο θάνατος κυριαρχούσε στην εικόνα, και η ξηρότητα υποτυπώνονταν στα χρώματα, ή τουλάχιστον σε μένα
ο ήλιος θα γινόταν ίδιος με το μαύρο φόντο, κάποια στιγμή

Αυτό το δώρο χάρισα, κι έκρυψα τριαντάφυλλο στο πρώτο μου βιβλίο που οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, ίσως από ενοχές ν΄αντισταθμίσω την ειρωνεία της σχέσης μου...
Τώρα, έλαβε την θέση που του άρμοσε, πάνω από το κέντρο της μέχρι τώρα μου ζωής, πάν΄από δώρα και ιστορίες αποξηραμένες, αφού δεν καλλιεργήθηκαν στην ψυχή μου. το βιβλίο πάλι, τό΄χασα

Κράτησα τα καλύτερα για μένα, σαν εισιτήριο στην ευτυχία, σαν υπεράσπιση ενοχής, ζωγραφισμένος καθρέφτης στο όνομα που θέλω.
Θά΄λεγε κανείς πως σημειώθηκε ζωηρότερη ερμηνεία, βαθύτερη αλήθεια, όσο διαδέχεται εποχές. γιατί ζει, αλλάζει, και φθείρεται όπως κι αυτή η ζωή... αλλά δεν είν΄αλήθεια. διότι όσο κι αν σκούριαζαν τα σύρματα του πρώτου, ή κι αν στράβωναν ακόμα, δεν θα φθείρονταν η ουσία. του δευτέρου όμως δώρου, επειδή την εκφράζει, καταφθείρεται, και παύει η ιδέα με την ολοκλήρωσή της.
θ΄αχρηστεύτηκε τώρα, ή μάλλον θα πετάχτηκε ήδη στον χώρο του των σκουπιδιών...
Φύλαξα το σώμα του πρώτου δώρου και την ασθένεια του δευτέρου, κονσερβοκούτι στέμμα,
και τώρα λούζομαι την συνέπεια (...στην πρέσα)

ακολούθησε η εντρυφή μου στην αποστροφή και στο κρίμα, κλειδαμπαρώθηκε στην σιωπή την νυχτερινή η αμηχανία, και πέτυχε την ζάλη ο νοητός μου στροβιλισμός

"ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ"

το χρώμα τ΄ουρανού θάμπωσε
ακτίνες διασχίζουν καθώς το άρωμα της Άνοιξης διαβρώνει στους αιθέρες
Μια λάμψη και τυφλώνεσαι
με μάτια κόκκινα που σε ρυάκι δροσερό
αφήνονται

στο μέτωπο υγρό γραμμές βαθιές ξεχωρίζουν
στο όνομά σου χάνονται
σταγόνες κατρακυλούν και παίρνουν τον δρόμο του λιβαδιού
στο πλάτος του γκρεμού γαλάζιο
στο βάθος της σιωπής αστέρια

άνεμος
οι κορυφές ταράσσονται αναπνέουν οι καρποί
κελάηδημα φυγής και η βροχή
κρύβομαι στις σπηλιές

σκιές
το βλέμμα ταξιδεύει και πονά
νόθη ματιά που ξαφνικά σε περιμένει
ξαγρυπνώ στη φωτιά κι αργοπεθαίνω
το γκρίζο χώμα περπατά
και στροβιλίζονται οι βράχοι
στο απάγγειο της ώρας
τα δόντια του κοιτάς και γυροφέρνεις

σκοτάδι πέπλου το πρωινό αλλάζει
ζωγραφιές που τρέχουνε μαζί και για στιγμές χαράζει
κλίμακες πέφτουνε στη γη στα σκοτεινά του δάσους
η ζωή ξεκινά και σταματά
συνεχίζει για όλο το απόγευμα
(5/5/2004)

κάτ΄από ήδη μπόλικη λευκή μπογιά... η δύση
έβλεπα τηλεοπτικές ταινίες για λουριά, συνομιλίες στ΄ακουστικά, κι ετοίμαζα την έξοδο...
περνούσε ο καιρός με περιπάτους αναψυχής πριν την αυγή και
περιπλανήσεις

διαδρομές και δρομολόγια
συσκευάζουν την εικόνα με μολυβιές και ημιόλια
γραμματόσημα σιελογόνα
αντανακλούν απ΄το συκώτι μου το αίμα που ωθεί στα λείμματα και στο κόμμα
κι εγώ, απόστημα κουτσουρεμένης θεωρίας, να γίνω μελετητής
λίγα ακόμα και νά΄μαι
στην πρέσα
να βάζω τετράδια στο συρτάρι προς ανακύκλωση
μα νιώθω κάπως ότι αξίζει όποια αναπνοή
πως θά΄ρθει κάποτε στιγμή που θα φιλοξενήσει νόημα το χαρτί
και πνεύμα αυτό το λείμμα

"-γιατί
μια στιγμή πνοής
ολόκληρης ζωής απάτη;"

11 χρόνια μετά

-διότι
κάθε στιγμής πνοή
ολόκληρη ζωή αγάπης


σαν να περνάς 40 κύματα ; για να δροσιστείς με το καθένα

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

με δύο λόγια σ΄αγαπώ με 2ύο λόγιa

Πώς να σου πω το σ΄αγαπώ με δύο λέξεις;
εσένα μόλις που κοιτώ, και λίγη αγάπη προσπαθώ μα δεν διαθέτω
Αν πάλι αρκεστώ σε ό,τι έχω, δύο ματιές και κάποια λόγια σου αφηρημένα, τι να προσφέρω απ΄τις ελλάμψεις μου; τις οξειδώσεις ή τις κυλιδωτές εκφάνσεις του κράματός μου;
Μιλώ συνήθως συγκεχυμένα
διατηρώ την αφηρημάδα μου να μη προσκολληθώ σε ξερόφυλλο στο ρέμα, μη και ξεχάσω τα μπρατσάκια μου στο σπίτι και πιάσω πάτο, αν στα βαθιά παρασυρθώ τσαλαβουτώντας

Τι σημαίνει αγαπώ και τι αψηφώ το κενό;
σημαίνει μισώ όσους μισούν εμένα; και μήπως είναι ανύπαρκτο το κενό ώστε πραγματικά γεμάτο;
διότι τι σημαίνει ν΄αγαπάς όσους σ΄αγαπούν; λες και στέκονται οι άνθρωποι σταυροπόδι σε ζυγαριά αγάπης προσπαθώντας η βελόνα της να δείχνει στο κέντρο
και τι πίστευε στον εαυτό σου; λες και κατέχεις μυστήρια έδρα απαράβατη των αισθήσεων και των νοήσεών σου, σεβαστή και απρόσιτη, αμέθεκτη του εαυτού σου αλλά και μέρος του, λες
λες και μεθεκτό με αμέθεκτο να ενώνονται αλλά να μη ταυτίζονται άμα, μυστηριακά ασφαλώς.., οργανωμένα αλλά αυτόματα και τυχαία, σαν θρησκευτικός γάμος ομοφυλοφίλων με παπά κουμπάρο.
διότι μπορεί όντως να είναι ενωμένα αταύτιστα, αλλά πλέον δεν απευθύνεται σε άνθρωπο, μονοφυής ών. εκτός αν σου αρέσει η εικόνα του διαβάτη σε πετρόστρωτη κατηφόρα με πατίνια, αν το καπέλλο του γελωτοποιού που κουδουνίζει τό΄χεις για ράσο.

Αποφεύγω την αμεσότητα γιατί κάνει τζιζ, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτή λόγω σπανιότητας, όπως μ΄αρέσουν κ΄οι αντιθέσεις, όπως η αμέσως παραπάνω, ίσως γιατί η αλλαγή είναι στις προτεραιότητες ή στον απώτερο σκοπό, ευγενής πόθος
Ας πάψουν όμως με την ψυχανάλυση αυτή και τα όπως... ας επανέλθω...

Τά΄χει χαμένα όποιος κοιτάζει το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο, διότι δεν αλλάζει την στάθμη, με όποια του κωλοτούμπα. ευδιάθετος, κακοδιάθετος, αδιάθετος, ένα και το αυτό... είτε μπαζούκα είτε εντομοκτόνο διαθέσει κατά (φυσικού) μυρμηγκιού, τον τρόπο επιζητά και όχι τον λόγο. πού οπότε η εξυπνάδα της οικονομίας έργου; αφού στο πρώτο κραχ χρεοκοπεί, και ούτε η τζαμοασφαλιστική δεν εγγυάται προς διόρθωση

Αν πάλι μισείς όσους σε μισούν, αφού αγαπάς μόνο όσους σ΄αγαπούν, τι κάνεις απέναντι σε όσους αγνοείς; το να τους θεωρείς ανύπαρκτους δεν θα΄ναι λάθος; κι αν τους μισείς, πού σου φταίξαν; κι αν τους αγαπήσεις, πού΄ν΄το κακό;
γιατί και σαν χταπόδια αν κατεβαίνουν στο γιαλό, μαλλιοκούβαρα στον μαλιακό με τρύπια σέμπρικ, κάποιος θα τά΄βγαλε στην στεριά και από κάποια πλακουτσωτή πέτρα ξεγλυστράνε να σωθούν...
το δικό μου όμως μελάνι πολύ κύλισε κι έφτασε στην θάλασσα που μου δροσίζει τα πόδια, με άλλα λόγια, κουράστηκα...

Με ποια λόγια λοιπόν να σου πω αυτό που νιώθω, όταν οι λέξεις αμυδρά μόνο σχετίζονται μαζί μου;
ούτε γνωρίζω τον εαυτό σου, ούτε είμαι η αγάπη που αγαπά... αλλά και πόσο να πιστεύσεις στην φαντασία μου και πόσο στα αισθήματά μου για σένα ότι είναι αγνά.
εκτός αν ποντάρεις στον ευσεβή μου πόθο, και αυτά σου είναι αρκετά, όσο αρκεί και δεν είναι απατηλά, και έτσι δεν ρισκάρεις

παράξενεs μέρεs

Φως απλανές περιγράφουν και προτρέπουν να κοιτώ ευθύς στα άστρα.
ουράνια πολιτεία δασκαλεύουν και με κλωνάρια την σχεδιάζουν στην άμμο που την θάβουν.
Κι έρχεται πρώτο κύμα, τα βασίλεια της αβύσσου επιπλέουν στον αφρό του και σκορπίζονται, σηκώνοντας άγκυρες, πάν΄απ΄τους βράχους του λιμένα. τα καβούρια κυνηγούν οι αστακοί κ΄οι αχινοί καρπίζουν τα πλατάνια,

παράξενες μέρες

Οι γιορτές γίναν βουβές, κ΄ οι χοροί αφίσες, τα καθίσματα πέτρωσαν και κοκκάλωσε η αυλαία απ΄την αλμύρα.
Οι παρακαταθήκες, σαν δεσμεύτηκαν απ΄το κράτος σε μουσειακές βιτρίνες και φυλλάδες μυστηρίου παραφρονημένες, ομορφαίνουν τα περίπτερα της πόλης σαν μανταλάκια.

Δες πώς γίναν τα πάρκα πλαστικά, δες πώς μοιάζουν φυλακή οι πλατείες και τ΄αγάλματα παλαιικά, δες τους δρόμους ποτάμια, τα παγκάκια σκιάχτρα, σκουπιδοτενεκέδες φυλαχτά
Η καμπάνα δεν μου χτύπησε καμιά φορά απ΄όσες θυμάμαι, στις κόρνες του μποτιλιαρίσματος.

Και τα μυρμήγκια πάν΄ για δουλειά τα χαράματα σαν τα τζιτζίκια, περιμένουν στην σειρά για κάποιον συμβιβασμό απ΄τον εκδοτικό τους οίκο, λίγες σελίδες ακόμα για λίγη πράσινη μπογιά
Σαν κατεβαίνουν οι γρίλιες των καταστημάτων, αλλάζουν όνομα οι βιτρίνες, κι εγώ μαζί. Τα γκράφιτι των μπλογκς καλύπτουν μέχρι και τα πεζοδρόμια, όσα δεν πρόφτασαν οι τάπητες των μαγκαζίνων, αναζητώντας μονιμότητα στην φθορά, τους διαβάτες ξυπόλυτα ν΄αγγίζουν

Αχνίζουν οι πλάκες μακαρίζουν τα χιόνια... γυρνάω στον ζητιάνο που οδηγεί ο δρόμος.
Απ΄τον εξώστη έφυγε κύμα και τον παρέσειρε σα πρώτον
Το συντριβάνι στέγνωσε καρουζέλ για τα παιδιά να ζαλιστούν απ΄τις στροφές και το λιοπύρι, καινούργιος θίασος υπό την αιγίδα του νέφους. γελάει ο φθόνος της ηπείρου, απολιθώνονται τα δέντρα, διεκδικεί τα φρένα η τεχνητή νοημοσύνη

Η φλόγα της δεν ήταν ζωντανή, ανασύρθηκε σαν ομφαλός και τώρα πλέον ούτε που της είναι ορατή στους επισκέπτες της
Το σκήνωμα φούσκωσε στην ντόπα, κι έμοιασε στην υφήλιο
Η παγγαία στριμώχτηκε σε έναν πυρσό χαρτοπολτό, προσμένοντας το δήλιο φλέγμα απ΄τον εξώστη, το κροκοδείλιο άσμα του εμπρηστή, τον σπινθήρα της απόχρεμψης, το zippo της συμφοράς

ο προπέλας connecting people, και ο λατίνος με το μυαλό του στην μπάκα ακατάπαυστα δουλεύει με μας