Πώς να σου πω το
σ΄αγαπώ με δύο λέξεις;
εσένα μόλις που
κοιτώ, και λίγη αγάπη προσπαθώ μα δεν διαθέτω
Αν πάλι αρκεστώ σε
ό,τι έχω, δύο ματιές και κάποια λόγια σου αφηρημένα, τι να προσφέρω απ΄τις
ελλάμψεις μου; τις οξειδώσεις ή τις κυλιδωτές εκφάνσεις του κράματός μου;
Μιλώ συνήθως
συγκεχυμένα
διατηρώ την αφηρημάδα
μου να μη προσκολληθώ σε ξερόφυλλο στο ρέμα, μη και ξεχάσω τα μπρατσάκια μου
στο σπίτι και πιάσω πάτο, αν στα βαθιά παρασυρθώ τσαλαβουτώντας
Τι σημαίνει αγαπώ και
τι αψηφώ το κενό;
σημαίνει μισώ όσους
μισούν εμένα; και μήπως είναι ανύπαρκτο το κενό ώστε πραγματικά γεμάτο;
διότι τι σημαίνει
ν΄αγαπάς όσους σ΄αγαπούν; λες και στέκονται οι άνθρωποι σταυροπόδι σε ζυγαριά
αγάπης προσπαθώντας η βελόνα της να δείχνει στο κέντρο
και τι πίστευε στον
εαυτό σου; λες και κατέχεις μυστήρια έδρα απαράβατη των αισθήσεων και των
νοήσεών σου, σεβαστή και απρόσιτη, αμέθεκτη του εαυτού σου αλλά και μέρος του,
λες
λες και μεθεκτό με
αμέθεκτο να ενώνονται αλλά να μη ταυτίζονται άμα, μυστηριακά ασφαλώς..,
οργανωμένα αλλά αυτόματα και τυχαία, σαν θρησκευτικός γάμος ομοφυλοφίλων με
παπά κουμπάρο.
διότι μπορεί όντως να
είναι ενωμένα αταύτιστα, αλλά πλέον δεν απευθύνεται σε άνθρωπο, μονοφυής ών.
εκτός αν σου αρέσει η εικόνα του διαβάτη σε πετρόστρωτη κατηφόρα με πατίνια, αν
το καπέλλο του γελωτοποιού που κουδουνίζει τό΄χεις για ράσο.
Αποφεύγω την
αμεσότητα γιατί κάνει τζιζ, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτή λόγω σπανιότητας,
όπως μ΄αρέσουν κ΄οι αντιθέσεις, όπως η αμέσως παραπάνω, ίσως γιατί η αλλαγή
είναι στις προτεραιότητες ή στον απώτερο σκοπό, ευγενής πόθος
Ας πάψουν όμως με την
ψυχανάλυση αυτή και τα όπως... ας επανέλθω...
Τά΄χει χαμένα όποιος
κοιτάζει το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο, διότι δεν αλλάζει την στάθμη, με
όποια του κωλοτούμπα. ευδιάθετος, κακοδιάθετος, αδιάθετος, ένα και το αυτό...
είτε μπαζούκα είτε εντομοκτόνο διαθέσει κατά (φυσικού) μυρμηγκιού, τον τρόπο
επιζητά και όχι τον λόγο. πού οπότε η εξυπνάδα της οικονομίας έργου; αφού στο
πρώτο κραχ χρεοκοπεί, και ούτε η τζαμοασφαλιστική δεν εγγυάται προς διόρθωση
Αν πάλι μισείς όσους
σε μισούν, αφού αγαπάς μόνο όσους σ΄αγαπούν, τι κάνεις απέναντι σε όσους
αγνοείς; το να τους θεωρείς ανύπαρκτους δεν θα΄ναι λάθος; κι αν τους μισείς,
πού σου φταίξαν; κι αν τους αγαπήσεις, πού΄ν΄το κακό;
γιατί και σαν
χταπόδια αν κατεβαίνουν στο γιαλό, μαλλιοκούβαρα στον μαλιακό με τρύπια
σέμπρικ, κάποιος θα τά΄βγαλε στην στεριά και από κάποια πλακουτσωτή πέτρα
ξεγλυστράνε να σωθούν...
το δικό μου όμως
μελάνι πολύ κύλισε κι έφτασε στην θάλασσα που μου δροσίζει τα πόδια, με άλλα
λόγια, κουράστηκα...
Με ποια λόγια λοιπόν
να σου πω αυτό που νιώθω, όταν οι λέξεις αμυδρά μόνο σχετίζονται μαζί μου;
ούτε γνωρίζω τον
εαυτό σου, ούτε είμαι η αγάπη που αγαπά... αλλά και πόσο να πιστεύσεις στην
φαντασία μου και πόσο στα αισθήματά μου για σένα ότι είναι αγνά.
εκτός αν ποντάρεις
στον ευσεβή μου πόθο, και αυτά σου είναι αρκετά, όσο αρκεί και δεν είναι
απατηλά, και έτσι δεν ρισκάρεις