Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

βατόμουρα

Εναντίον του παλιόκαιρου, βροχή μυρίζει και την νιώθω μέσα στα ρούχα μου που περιμένει να φυσήξει
Πού θες να πας, προς τα πού κοιτάς και περιμένεις να ξεχλωμιάσει ο ουρανός;
 

Τα γυαλιά μου για λίγο δακρύζουν, μα δεν τα πολυκοιτάζω τώρα, έχω λακούβες να προσέχω στο κάθε βήμα.
Βουλιάζεις έστω και με την σκέψη πως θα σε πιάσει η βροχή πριν ξεμυτίσει κάτι μπροστά σου.
Γριά δεν υπάρχει πλέον να σε συμβουλέψει πως πατείς στο χώμα για να τεντώνεσαι στον ουρανό, δεν χρειάζεται, αλλά και πάλι.
 

Κάτι συμβαίνει όταν αντιμάχεσαι στο σκοτάδι, μια αστραπή ή κι ένα ξέφωτο, ένα δέντρο που σπάει και ξαπλώνει στον δρόμο, βάτα που παρασέρνονται να τα κόψουν οι ρόδες και τα χωράφια.
Υπάρχει διακόπτης στο πλάι, μα η λάμπα που νευρώνει έχει καεί απ΄την προσπάθεια
 

Παλιόκαιρος την άνοιξη, πότε θα΄ρθει η μπόρα να βγάλει τα σκουπίδια στην θάλασσα που περπατάς, πότε θα βγάλεις τ΄άρβηλα
 

Εναντίον του εαυτού σου, ενάντια στην συνάφεια, ξεκομμός
 

Μόνος κάτω απ΄τις οπλές, ας μείνεις, εκεί που δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά κι ας σε πατά και καλοκάθεται στα πισινά. Θα πεινάσει και θα φύγει, πόσες καραμέλες μένουν στις τσέπες μου; θα χαλάσουν