Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ηλιοβασίλεμα

Προσπαθώντας να ζεστάνω την εικόνα του θεάματος, ακούω κραυγές,
χαρές ή στεναχώρια δεν νομίζω, μόνο φωνές δυνατές απαντώντας στο κοίταγμά μου

παρατηρώ να δω οικεία το έργο που παίζει και οι ήρωές μου επί σκηνής βουβοί να τραγουδούν τα λόγια μου, στα αγαπημένα χρώματα να κινούνται όπως θέλω, και τα καταφέρνω, σαν πλάθω τον κόσμο μου

Πλέον βαδίζω, απ΄ άκρη σ΄ άκρη, σε τοιχογραφημένο σκηνικό με φανταστικές παράπλευρα φιγούρες και δύο πόρτες αντίκρυ να φωτίζουν.
σε τούνελ μοιάζει μάλλον, ή σε σπηλιά που μέσα κρύβεις τα θηρία, ενώ στο πλάι να χαζεύεις ιστορία, εφηβική τυπολατρεία ή κάτι τέτοιο

Τον ιδρώτα μου σκουπίζω και τα πόδια μου στηρίζω σαν δρόμο να βαδίσω την αρένα, και ηρωικά να προβάλω την στολή μου μεσ΄το αίμα,
πάλι σκότωσα τον αδελφό μου για να ζήσω

Σαν σκοτάδι ζω το φως κι ας νομίζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς για ό,τι πέρασε, αμφιβολίες ενοχές οφειλές, λες μετάνοιες για μένα μην υπάρχουν...
και στο βάθος, πολύ βάθος, χειρολαιμοπόδαρα δεμένος να φοβερίζεις φοβέρα,
να χειροκροτήσεις τον δόλιο σκοτωμό που πλήρωσες να δεις το αίμα σου στα χέρια, και ψιχαλίζεσαι πιτσιλιές τάχα απ΄ουρανό και όχι απ΄τον θεατρικό απόπατο της ψυχής σου

έτσι σαν ζωντανό δεμένο σε πάσσαλο, διασχίζεις τα πέρατα της φαντασίας σου ελεύθερα, και τον αντίλαλο της κραυγής σου ακούς ταράζοντας την λογική σου απ΄τις επευφημίες.
εσύ κοινό και παλαιστής, εσύ θηρίο και αυτοκράτορας στην αρένα της ζωής που κουβαλά τον θρόνο του βρυχώντας πόνο πριν σκορπιστεί

Κάπως έτσι κι εγώ παίζω τον θεό, κρατώ τον ουρανό γαλάζιο, στάλα να μη πέσει στο οργωμένο χώμα του σταδίου, πριν την δύση