Ο ήλιος γυρίζει,
αφήνει τον θρόνο του να ξαποστάσει στα μάτια μας,
ξετυλίγει την λάμψη του φορώντας τα καλά μας
και γυρίζει πλέον στα μέρη που χανόταν
μαλακώνει τα όρη του χειμώνα να γεννηθούν ρυάκια,
απ΄τη δική του στάλα φωτιάς να τρέξουν έως τα πόδια,
και τα σκληρά, τα βράχια, και το καμένο χώμα, να καλυφθεί την άνοιξη,των αστεριών το θαύμα
Μετέωρος και υπερτάχιστος συνάμα, κομίζει μήνυμα συνθήκης ασυνόδευτος.
σφραγισμένο τo΄χει με κερί, λάβα της καρδιάς του, και με βασιλικό δακτύλιο που σέρνει,
ουρά φωτεινή στου ουρανού την αίγλη
Ξεκλειδώνει το παραπέτασμα ουρανό να γεμίσει τα μάτια μας,
κι εμείς παραβιάζοντας με δόρυ, φιλοσοφώντας οργιαστικά στ΄αμπέλια του λιβάνου, την πόρτα,
ανοίγουμε το σκότος, θρόνο αιθέριο καρφώνοντας στα μάτια
ο άλλοτε φωτισμένος γνόφος έλαβε αναβάτη, ακτίνα,
δεν είναι εγώκερος που λάκτισε στην κορυφή ν΄ανέβει,
αλλά για μένα "κρύφιος κόσμος" παραμένει
Σκοτοδίνη απαράμιλλη και εμπλοκή στην καρδιά του τυφώνα,
"όλα γύρω μου γυρίζουν, σκέψεις σχέσεις, τρέλα όλα"
κι ακόμα επιμένω πως υδράργυρος λέγεται το κλειδί που ανοίγει την πόρτα τ΄ουρανού και όχι καν΄να ξερό πηγάδι στην ρουφήχτρα του κλιβάνου μου.
θεός με τα σύμβολα του φθόνου να αναδυθώ, δρεπάνι υπερυψωμένο
αμέθεκτο
να κατεβεί να ρεύσει ο οίνος να γίνει κρασί,
οινόπνευμα να δροσιστώ το αίμα
και να ξεχάσω τον χρόνο, τον κόσμο,
το σχέδιο και τελικά εμένα,
πως γεννήθηκε άνθρωπος και έζησε για μένα, αλλά δεν πέθανε
"η ανάγκη" υπερίσχυσε αυτού που πίστεψε τα ξένα,
γιατί η Ζωή πώς να πεθαίνει
Κλείνω και φεύγω να συναντήσω το άγνωστο με πυξίδα τα φρένα, για μια στιγμή.
κεραία φοβάμαι αν διαθέτω να στηριχθώ, να στήσω κατάρτι στο πλωτό μου δάπεδο.
πανιά να τεντώσω την ψυχή μου, αφήνοντας να ποτιστεί στο καθάριο κύμα του αέρα...
αλλά τι λέω,
σχεδία παρέχεται και οδηγός, μαζί και ούριος άνεμος!
εμπρός καλό μου ρολόι!..δούλεψε στον χρόνο της απεμπλοκής
