Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

μια μεσημβρινή χειραψία

  Ψιθυρίζουν στο σκοτάδι οι αλήθειες
ζητάς να κλείσεις επιτέλους αυτό το στόμα
να πάψεις την γλώσσα που κινεί διαμαρτυρία στην φυλακή της
να σιωπήσεις
  τι περιμένεις να συμβεί όταν ο δίπλα σου απλώνει την φωνή του
τι περιμένεις να συμβεί όταν στα πόδια σου στυλώνει αυτός το βλέμμα
  
Κούφια βοή για μια στιγμή με παρασέρνει στην λάσπη
χείμαρρος που θα πλαντάξει κατηφορίζει στο πλάι
ποιος θα προλάβει την θάλασσα αγνή να συναντήσει
συναγωνίζομαι
  
Το στόμα του δεν έχει πέτρες
θυμάται κοιτά δακρύζει
δεν είν΄ο χρόνος που σε ξεσκίζει ούτε κι ο πόνος που τον γυρίζει
ίσως ο τρόπος ο φόβος Θεού
σαν πάταγος που έρχεται να σε ξυπνήσει
  το δάκρυ του παίρνεις κοντά σου μ΄αγωνία
αν αλήθεια αυτός να θλίβεται ή προσποιείται φιλανθρωπία
τον ζώνει ο κόσμος και προσεύχεται
 
Σε θαύμα όλος θαρρώ και οι βροντές τριγύρω μυκτηρίζουν
θα΄ν΄αλήθεια αυτός πως νοιάζεται και δεν εντρέπεται τον κόσμο να φροντίσει
  θα΄δε παιδί να χαίρεται την φύση;
να΄δε παππού το σπίτι να στηρίζει;
δεν φαντάζομαι ποιο θαύμα αυτός θα είδε
αλλά νομίζω πως τον χάραξε βαθιά κι όλο ματώνει
  να βλέπει γύρω συννεφιά
και πώς ν΄αρχίσει
κι αν βρέξει λάβα ο Θεός
να βοηθήσει

Και ο νους μου να διαμαρτύρεται στην κτίση
πώς να αντέξει ότι τα μάτια κοιτούν αλήθεια
και βοές γεννά στ΄αφτιά μου και ιδρώτα στο μέτωπό μου
κατακλύζει το γύρω μου η πλάνη
στέγνωσ΄η γνώση πότισε ψέμα
  και στο χείλος του γκρεμμού δίνει βοήθεια να συνέλθω
στάθηκ΄εκεί που αγνοώ
να τον γνωρίσω

Πέρασε 'χθές απρόσμενα και ρώτησε τι κάνω, περιέγραψε δύσκολο καιρό, κι αυτό ήταν όλο
μου ζήτησε "χέρι", προσφέροντας το δικό του