Στους πρόποδες της αναγέννησης ο κόσμος πολεμάει για ζωή. Αποστάζει μεγαλόπνοα οράματα ακριβά απ΄τα μάτια του, κι εξαργυρώνει τα πρότερα σίδερα του ασύλου του για τις προμήθειες του έτους. Αφοπλίζεται σαν αστακός.
Κοίτα πώς διψάνε τα όρη, δες πώς παγώνουν οι σχισμές... ένας διαβάτης αναρριχήθηκε με τόλμη που διακρίνεται στην νύχτα. Δίχως χέρια και πόδια, για την ώρα, με τον φακό στο μέτωπο, περνά γοργά την δύση και πάλι πίσω σαν καταρράκτης, να ετοιμάσει την πρωινή μας διαδρομή. Κι εξαφανίζεται από΄να σύντομο δρομάκι στην πλαγιά.
Στην δρακόλιμνη που φτάσαν τα παιδιά τραβολογούν τον κόσμο όλο με μουσικές, εφόδια σαν πήραν, από κατάλυμα έως και όπλα αμυντικά, για να σταθούν στην κορυφή χαράματα, στον βωμό της να πάρουν εικόνες της κατηφόρας.
Κι ανηφορίζει ο κόσμος μεσ΄από πέτρες και ξύλα σκόρπια, να προφτάσει την πρώτη νιώτη σαν κοντοστέκεται.
Σηκώνει φλόγες για το βράδυ, μα στα τυφλά θα περπατήσει στο σκοτάδι το πρωί.
Στο χείλος προπορεύονται οι στιγμές, σημαδεύουν το μονοπάτι σώος να βρεις τον οδηγό τους με ταμπέλες κιτρινοκόκκινες αλλοιωμένες απ΄τα χρόνια.
Αυτός ο γάτος του παραμυθιού, δεν σταματά στην λίμνη, με την τρίχινη εδώ τάπα κατά τον μύθο, ούτε τελειώνουν τα βήματά του πίσω με χαρμόσυνες καμπάνες. Ο στολισμός του αρχίνησε, λοξοδρόμησε, να καταλήξει στις αγκάλες μας και να τραφεί το σμίγμα που τού΄χουμε πήξει.
Στους πρόποδες της αναγέννησης, ο κόσμος πολεμάει για τροφή, στερεή. Κι όσο ψηλότερα την κρεμά, τόσο ψηλότερα θα πηδήξει, κι όσο ισχυρά την κρατά, τόσο ελεύθερα την αφήσει.
Αναμνήσεις
αφού όσα μαθαίνεις από μικρός δεν σου τα αλλάζουνε απλά, κι αν σου σταθούν σαν μαθητής θα τους χαζέψεις, νοθεύουν πρώτα το κρασί με του θεάματος το γάλα καθώς ανδρώνεσαι, κι οδηγείς προς τον βωμό που σού΄χουν χτίσει να λατρευτείς. Ελπίζοντας ο κόσμος σε σένα που βλέπεις διαφορετικά, αφού όλοι οι άλλοι θα κοιτάζουνε ψηλά, ο φάρος της Βαβυλώνας όταν δεν έχει συννεφιές, κερδίζει καύμα, ενώ στα γόνατα η λάσπη θα έχει φτάσει, εκεί στο κέρας της παρωδίας
Καλοκαιρινές μου διακοπές
Κοίτα πώς διψάνε τα όρη, δες πώς παγώνουν οι σχισμές... ένας διαβάτης αναρριχήθηκε με τόλμη που διακρίνεται στην νύχτα. Δίχως χέρια και πόδια, για την ώρα, με τον φακό στο μέτωπο, περνά γοργά την δύση και πάλι πίσω σαν καταρράκτης, να ετοιμάσει την πρωινή μας διαδρομή. Κι εξαφανίζεται από΄να σύντομο δρομάκι στην πλαγιά.
Στην δρακόλιμνη που φτάσαν τα παιδιά τραβολογούν τον κόσμο όλο με μουσικές, εφόδια σαν πήραν, από κατάλυμα έως και όπλα αμυντικά, για να σταθούν στην κορυφή χαράματα, στον βωμό της να πάρουν εικόνες της κατηφόρας.
Κι ανηφορίζει ο κόσμος μεσ΄από πέτρες και ξύλα σκόρπια, να προφτάσει την πρώτη νιώτη σαν κοντοστέκεται.
Σηκώνει φλόγες για το βράδυ, μα στα τυφλά θα περπατήσει στο σκοτάδι το πρωί.
Στο χείλος προπορεύονται οι στιγμές, σημαδεύουν το μονοπάτι σώος να βρεις τον οδηγό τους με ταμπέλες κιτρινοκόκκινες αλλοιωμένες απ΄τα χρόνια.
Αυτός ο γάτος του παραμυθιού, δεν σταματά στην λίμνη, με την τρίχινη εδώ τάπα κατά τον μύθο, ούτε τελειώνουν τα βήματά του πίσω με χαρμόσυνες καμπάνες. Ο στολισμός του αρχίνησε, λοξοδρόμησε, να καταλήξει στις αγκάλες μας και να τραφεί το σμίγμα που τού΄χουμε πήξει.
Στους πρόποδες της αναγέννησης, ο κόσμος πολεμάει για τροφή, στερεή. Κι όσο ψηλότερα την κρεμά, τόσο ψηλότερα θα πηδήξει, κι όσο ισχυρά την κρατά, τόσο ελεύθερα την αφήσει.
Αναμνήσεις
αφού όσα μαθαίνεις από μικρός δεν σου τα αλλάζουνε απλά, κι αν σου σταθούν σαν μαθητής θα τους χαζέψεις, νοθεύουν πρώτα το κρασί με του θεάματος το γάλα καθώς ανδρώνεσαι, κι οδηγείς προς τον βωμό που σού΄χουν χτίσει να λατρευτείς. Ελπίζοντας ο κόσμος σε σένα που βλέπεις διαφορετικά, αφού όλοι οι άλλοι θα κοιτάζουνε ψηλά, ο φάρος της Βαβυλώνας όταν δεν έχει συννεφιές, κερδίζει καύμα, ενώ στα γόνατα η λάσπη θα έχει φτάσει, εκεί στο κέρας της παρωδίας
Καλοκαιρινές μου διακοπές
