Λιγοστεύει ο άνθρωπος στον πόλεμο, μεγαλώνει στο μαρτύριο που αρχινά πριν σηκωθεί απ΄το σανίδι.
Στης σάρκας του την σκληράδα ολισθαίνει ο ιδρώτας της ημέρας και οι σταγόνες του προσώπου του λιμνάζουν στο υπόστρωμα. Εμβατήρια θροϊζουν την μπουγάδα στο μπαλκόνι, και τα ξερόκλαδα σωρεύονται λοφίσκοι στην ταράτσα.
Σαν ξεμακραίνουν οι ημέρες της ντροπής, αναπολείς στα περασμένα σαν τουρίστας στο θησείο. Γεμάτος νόημα της στιγμής αστράφτεις σαν το φλας της μηχανής ν΄αποτυπώνεις ό,τι καλλίτερο σε μαύρη πλάκα, στο φιλμ που σαν το είδε ο ήλιος ντράπηκε.
Ευαίσθητες ψυχές, ευπρόσβλητες αγκαλιές, με μια ανάσα συγγνώμης, ευχάριστης προβολής, πίσω απ΄την οθόνη της σκηνής, μέσα στο φέρετρο της κοινής.
Λιγοστεύει ο άνθρωπος μέσα στο θέατρο της ζωής, ο επι σκηνής αιθεροβάτης, ο διασκεδαστής. Στο πολύχρωμο τόξο που κρατά, τοξεύει την διασπορά του με καλώδια και στίγματα για κεραίες, ψηφίζει τους θεατές του σαν στασίδια κερκίδας να γίνει πομπός και δέκτης όσο μπορεί, διαπομπεύοντας τα ίδια.
Και λιγοστεύουν τα ψηφία.
Διαβιβάζεται η εγκύκλιος απ΄τα έδρανα στα θρανία και ανθοφορεί η φασολιά χρυσά αυγά και όργανα φονικά, κύμβαλα χορδές φωνητικές να τρομάξουν τα περιστέρια που τους τσιμπάνε την σοδειά με τύψεις.
Τον πόλεμο που κέντησε την μέρα η σκιά σιδερώνω μπροστά μου με ό,τι θυμάμαι, όσα φυλάω στο μπαούλο την καρδιά να εμφανίσω. Δεν θέλω να είμαι διπλός, διπρόσωπος εχθρικός, αλλ΄η ψυχή να νυμφευτεί το σώμα πριν πάρει διαζύγιο, να παραδεκτώ το άχρηστο του ψεύδους και την ωφέλεια του λάθους, να ειρηνεύσω.
Και λιγοστεύει ο πόλεμος στον άνθρωπο.
Στην όαση χάθηκε ο πρώτος, ο δεύτερος έφερε την λύτρωση στην έρημο, και έκτοτε ο τρίτος πόλεμος επι σκηνής
