Έμπνευση της συμφοράς
να ρουφήξεις τον αέρα της αφεντιάς σου, της πονηριάς, του χαλασμού
δεν ξέρω πού πάν΄ τα τέσσερα εγώ, κι ανακατεύομαι καθώς προσπαθώ να προχωρήσω, ν΄αντισταθώ, να σταματήσωνα ρουφήξεις τον αέρα της αφεντιάς σου, της πονηριάς, του χαλασμού
Στα στενά στεναχωριέμαι και στ΄ανοιχτά πλατιάζω, στα ψηλά σαν αιωρούμαι και στα ύπατα βουλιάζω σκηνώματα
''Απορώ τι περιμένουμε για να επαναστήσουμε. Αλλά όχι τώρα, βγαίνει το καινούριο fifa. Και να μην ξεκινήσει με τίποτα Σάββατο, θα χάσουμε το ποτάκι.''
φερέφωνο της στυφότητάς μου γίνομαι, και το τραγούδι μου άγουρος καρπός προς το πλήθος. κρεμάζω τώρα και πανό απ΄των γερόντων τον αυχένα.
Το΄να μου χέρι ζητά, και τ΄άλλο κλέβει. το΄να πόδι βαρά προσοχή, και τ΄άλλο το χώμα. το΄να μάτι προσεύχεται στον Θεό, και τ΄άλλο καίγεται στο χαλί του αλλαντίν, στην όψη της μάνας που κλαίει τον θάνατο να επιστρέψει, στο φως της
τι με εμπνέει και γράφω τόσο άβολα;
η φόρα; το κιτρινόμαυρο στυλό, το χαρτί σαν φυλακή στραμμένη;
Τα λάθη μου αρχίζουν να έχουν φανερό αντίχτυπο, ακούω τον αντίλαλο απ΄τ΄ακουστικό και συλλογιέμαι την φωνή μου, πόσο ξεχάστηκα να αραδιάζω σαχλαμάρες, μια σάτυρα του εαυτού μου εγώ
''Απορώ... για να επαναστήσουμε. Αλλά... με τίποτα''
γιατί να "παντρευτώ" αν θα σέρνω σκουπίδια για στολίδια
γιατί να ακουστώ στο κενό,
γιατί τον δικό μου ανδριάντα γεμάτο στρείδια στον βυθό να χρωματίσω;
κι απορώ...Αλλά όχι ακόμα
