ξετυλίγω το κουβάρι και το σφίγγω γύρω μου σφιχτά
και το γυρίζω
ψάχνω το νόημα, αλλά όχι και να το ζήσω...
απορώ το πώς νομίζω πως οι τρίχες των μαλλιών μου τεντωμένες αρκετά είν΄ αρκετές να υψωθώ και τα προπετάσματα να σπάσω, και μ΄ αυτήν την εικόνα ορθολογιστού, στην ανοησία την ανοητότερη την κόμη μου να αφιερώσω της φιλοπαραδοξοσοφίας μου την πρώτη, αγγίζοντας με τις κεραίες μου αυτές το κατακερματισμένο πνεύμα το τάχα ακέραιο συνάμα που επισυνάπτει την διαφθορά μηχανικά, που ζητά με αίμα να βάψει τον χιτώνα τον κατάλευκο που μ΄ αυτόν τους πάντες όπως κι εμένα ζητά να σκεπάσει
αλλά, αν η σιωπή είναι χρυσός, η φωνή δεν θα ΄ν΄ διαμάντι; κι αν η σιωπή φυλακή, η φωνή όχι λιβάδι;
ώστε, αν η σιωπή είν΄ ενοχή, η φωνή θα είν΄ εξόχι. κι αν άβυσσος, σκώμμα.
τι οπότε μένει;
...περπατώντας στην βροχή, στάλα μη πέσει,
ή κάποιος να μου πει την ομπρέλλα να κλείσω
και κάποιος, αν όχι ο ίδιος, να βγάλω το κερί